Δευτέρα 5 Απριλίου 2010

«ΠΑΣΧΑ ΙΕΡΟΝ ΗΜΙΝ ΣΗΜΕΡΟΝ ΑΝΑΔΕΔΕΙΚΤΑΙ»

«ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ ΤΗ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙ»


του θεολόγου κ. Λάμπρου Κ. Σκόντζου


«Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε». Με αυτούς τους υπέροχους και πανηγυρικούς στίχους ο θεσπέσιος υμνογράφος της Αναστάσεως αναγγέλλει στους πιστούς την έλευση της πλέον λαμπρής και ευφρόσυνης εορτής της Εκκλησίας μας. Σύμπας ο άγιος λαός του Θεού, ο «ευσεβής και φιλόθεος», όπως τον αποκαλεί ο ιερός Χρυσόστομος, «εν ενί στόματι και μια καρδία», με δάκρυα χαράς στα μάτια, υμνεί τον Αναστάντα εκ νεκρών και νικητή του θανάτου, Κύριο Ιησού Χριστό. Με αισθήματα βαθύτατης συγκίνησης και απέραντης αγαλλίασης κατακλύζει τους λαμπροστόλιστους και ολόφωτους ναούς για να εορτάσει τη Θεία Έγερση και να απολαύσει τον ανείπωτο πλούτο της χρηστότητας του Κυρίου. Σπεύδει για να εορτάσει τον πιο σπουδαίο θρίαμβο, την πιο μεγάλη και απερίγραπτη νίκη της ανθρώπινης ιστορίας: Τον θάνατο του θανάτου μας!

Ύστερα από μια μακρά πνευματική και σωματική άσκηση και πορεία, κατά την οποία γίναμε κοινωνοί των σωτηριωδών Παθημάτων του Κυρίου και Λυτρωτή μας Χριστού. Ύστερα από μια οντολογική μετοχή «εις τον θάνατον αυτού» (Ρωμ.6,4) προσερχόμεθα «λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος» για να «συνεορτάσωμεν ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού το σωτήριον». Αφήνουμε πια την κατήφεια και την κατάνυξη της αγίας Εβδομάδος των Παθών και σπεύδουμε «αγαλλομένω ποδί» να συμμετάσχουμε της άφατης πασχαλινής πανδαισίας, να λαμπρυνθούμε και να πανηγυρίσουμε, να απολαύσουμε υπερβαλλόντως «του συμποσίου της πίστεως».

Πάσχα σημαίνει διάβαση, λύτρωση, σωτηρία. Όπως ο παλαιός λαός του Θεού, ο Ισραήλ, σώθηκε, χάρις στη θαυμαστή βοήθεια του Θεού, από την φαραωνική τυραννία, έτσι και ο νέος λαός του Θεού, οι πιστοί από όλες τις φυλές του κόσμου, σώθηκαν από τη νοητή φαραωνική τυραννία της αμαρτίας και πέρασαν στην εν Χριστώ πραγματική ελευθερία της χάριτος του Θεού. Το ιουδαϊκό Πάσχα υπήρξε τύπος του χριστιανικού Πάσχα. Εκείνο υπήρξε μια στενή εθνική και συνάμα θρησκευτική εορτή, ανάμνηση ενός εθνικοαπελευθερωτικού γεγονότος, ενός μικρού λαού. Το χριστιανικό Πάσχα είναι ο λαμπρότατος εορτασμός της πανανθρώπινης απελευθέρωσης από τον πιο τυραννικό και ανίκητο δυνάστη, τον άρχοντα του κόσμου τούτου, διάβολο και τον πικρό και αναπόφευκτο θάνατο.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός δέχτηκε να γίνει ο Ίδιος, με τη θέλησή Του, απολυτρωτική θυσία. Να γίνει ο νοητός «ενιαύσιος αμνός», το «άμωμο ιερείο» του νέου Πάσχα, προκειμένου να νικηθεί ο νοητός Φαραώ, ο διάβολος, να καταργηθεί το κράτος του θανάτου και να γίνει η καταλλαγή του ανθρωπίνου γένους με το Θεό (Εφ.2,13). Δι’ αυτής της υπερτάτης θυσίας «εκ της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκεν».

Η λαμπροφόρος Ανάσταση του Κυρίου υπήρξε νομοτελειακή, αυτό που δε μπορούσε να προβλέψει ο παμφάγος Άδης, προσωποποιημένος στο έχθιστο πρόσωπο του Σατανά. Η πηγή της ζωής, η όντως ζωή, καθ’ ότι «εν αυτώ ζωή ην» (Ιωάν.1,4) ήταν αδύνατο να κρατηθεί δέσμια των αιωνίων νοητών δεσμών του Άδη. Έτσι η ψυχή του Κυρίου «σπαράττουσα άμφω γαρ δεσμούς του θανάτου και Άδου», και αφού ενώθηκε ξανά με το άχραντο σώμα Του, ανέστη θριαμβευτικά. Ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει πανηγυρικά: «Χριστός εγερθείς εκ νεκρών, ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,9). «Σήμερον ο Κύριός μας Χριστός έσπασε τις χάλκινες πύλες και εξηφάνισε και αυτόν τον θάνατον» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Και συνεχίζει: «Διατί όμως λέγω τον θάνατον; Και αυτό το όνομά του ακόμη άλλαξε. Δεν ονομάζεται πλέον θάνατος, αλλά κοίμησις και ύπνος»!

Οι σωτήριες δωρεές που απορρέουν από την Ανάσταση του Κυρίου είναι ανεξάντλητες. Η Θεία Έγερση είναι η ακένωτη πηγή των δωρεών και των ευλογιών του Θεού. Σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, το γεγονός της Αναστάσεως αποτελεί την πεμπτουσία ολοκλήρου του χριστιανικού οικοδομήματος. Στην αντίθετη περίπτωση «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται΄ ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται, ουδέ Χριστός εγήγερται. Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄ ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο. Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνον, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄Κορ.15,15-19). Με άλλα λόγια Χριστιανισμός, χωρίς το θεμέλιο της πίστεως στην Ανάσταση του Χριστού, είναι όχι μόνον ανωφελής στην ανθρωπότητα, αλλά ακόμη και επιζήμιος! Η σχολαστική και ορθολογιστική θεώρηση της χριστιανικής πίστεως στην Ανάσταση οδηγεί σε τραγικά αδιέξοδα, απογυμνώνει τον Χριστιανισμό από την απολυτρωτική του δύναμη και τον υποβιβάζει και εξισώνει με τις άλλες θρησκείες του κόσμου, οι οποίες ικανοποιούν μόνο το «θρησκευτικό συναίσθημα» των οπαδών τους. Οικτρή απόδειξη όλων αυτών όλα τα τραγικά αδιέξοδα του δυτικού νοησιαρχικού ανθρώπου, τα οποία οφείλονται κατά κύριο λόγο στην άρνηση της Αναστάσεως και εν γένει στην απόρριψη της εν Χριστώ απολυτρώσεως.

Εμείς οι ορθόδοξοι πιστοί, ακολουθώντας την βιβλική και αγιοπατερική θεολογία και παράδοση, στηρίζουμε την πίστη μας στο ασάλευτο βάθρο της Αναστάσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έχουμε ως εφαλτήριο στη ζωή μας την ελπιδοφόρα αρχή: «Νυνί δε Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο … εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Α΄κορ.15,20,22). Ολόκληρη η βιωτή μας κινείται γύρω από το νοητό άξονα της Αναστάσεως. Η γέννησή μας, ο τρόπος της ζωής μας, η νοοτροπία μας, η λατρεία μας, ακόμα και θανή μας, που για μας είναι προσωρινή κοίμηση, προσδιορίζονται και επηρεάζονται άμεσα από το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου και τη μελλοντική εν Χριστώ προσωπική μας ανάσταση. Έτσι τίποτε πια δε μας φοβίζει, αφού νικήθηκε ο θάνατος, ο μεγαλύτερος εχθρός μας. Όλα τα άλλα εμπόδια και οι δυσκολίες της ζωής μας προσπερνιούνται με αίσθημα αισιοδοξίας. Η απελπισία και η κατήφεια είναι ίδιον των απίστων, αυτών που δεν έχουν ελπίδα αναστάσεως, όλων εκείνων που αρνούνται την Ανάσταση του Λυτρωτή μας και φορτωμένοι εωσφορικό εσμό, περιχαρακώνονται στην υποκειμενική τους διανοητική αυτάρκεια.

Για όλους αυτούς τους λόγους σκιρτούμε από χαρά και ουράνια αγαλλίαση την αγία ημέρα της Εγέρσεως του Λυτρωτή μας Χριστού. Εορτάζουμε και δοξάζουμε την πανένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας και πανηγυρίζουμε προκαταβολικά για τη δική μας μελλοντική ανάσταση και την είσοδό μας στην ατέρμονη Βασιλεία του Θεού. Ομολογούμε, με τον πιο δυναμικό τρόπο, την πίστη μας στον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή μας Αναστάντα Κύριο και διαλαλούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, για να φτάσει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά, ως τα πέρατα του κόσμου και τα έσχατα της ιστορίας. Ψάλλουμε, αναρίθμητες φορές, με δάκρυα χαράς στα μάτια και παλλόμενη από συγκίνηση καρδιά, τον νικηφόρο παιάνα του Πάσχα, τον πιο νικηφόρο και ενθουσιώδη παιάνα, που ακούστηκε ποτέ από ανθρώπινα χείλη: «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» !

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ *

Εορτή Εορτών



Πλησιάζουμε εις την «εορτήν των εορτών» και την «πανήγυριν των πανηγύρεων», δηλαδή εις την του Σωτήρος Χριστού τριήμερον εξανάστασιν. Ολόκληρος ο κόσμος προσπαθεί να ζήση αυτόν τον «εγκαινισμό», την «νέα κατάστασι» που καλείται πλέον να βιώση μετά την ανάστασιν του Θεανθρώπου.

Οι Άγιοι πατέρες, φωτισμένοι από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, μας καταθέτουν θαυμάσια μηνύματα και μας απευθύνουν θαυμάσιους τρόπους προσεγγίσεως και βιώσεως του κοσμοσωτηρίου γεγονότος της Αναστάσεως.

Ο λόγος του εν Αγίοις Πατρός ημών Επιφανίου Επισκόπου Σαλαμίνος της Κύπρου, αποσπάσματα του οποίου παρατίθενται κατωτέρω, χαρακτηριστικώτατα και με γλαφυρότητα μας δίδει τις προεκτάσεις και τα βαθύτερα μηνύματα της λαμπροφόρου εκ νεκρών Αναστάσεως του Λόγου του Θεού.

Αρχιμ. Επιφάνιος Καραγεώργος



Αγίου Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου

Λόγος εις την Αγίαν του Χριστου Ανάστασιν


Ο τριήμερος Ήλιος της δικαιοσύνης ανέτειλε σήμερα και όλην την κτίσιν εφώτισε· ο τριήμερος και προαιώνιος Χριστός, η Άμπελος η αληθινή, εκαρποφόρησε και εύφρανε όλην την οικουμένη. Ας εγερθούμε σήμερα πριν από τον όρθρο, για να υποδεχθούμε τον ανέσπερον όρθρο και να πλημμυρίσωμε από την χαρά του φωτός.


Από τον Χριστόν ηνοίχθησαν οι πύλες του άδου και οι νεκροί σαν από ύπνον εξύπνησαν. Ανέστη ο Χριστός, η ανάστασις των κατακειμένων, και μαζί του ανέστησε τον Αδάμ· ανέστη ο Χριστός, η ανάστασις όλου του κόσμου, και απήλλαξε την Εύα από την κατάρα· ανέστη ο Χριστός, η Ανάστασις, και τον πριν άκοσμον κόσμον εκόσμησε. «Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος» «και επάταξε τους εχθρούς αυτού εις τα οπίσω, όνειδος αιώνιον έδωκεν αυτοίς». Ανέστη, και εδώρησε χαρά στην κτίσιν όλην· ανέστη και εκένωσε το δεσμωτήριον του άδου· ανέστη, και την φθορά της φύσεως σε αφθαρσία μετέβαλε· ανέστη ο Χριστός, και επανέφερε τον Αδάμ στο αρχαίον αξίωμα της αθανασίας. Όποιος ζη εν Χριστώ είναι «καινή κτίσις», ανακαινισμένος με την ανάστασι· όποιος ζη εν Χριστώ είναι καινούργιος κόσμος, κοσμημένος με τον στολισμό της Αναστάσεως· ας κοσμηθούμε οι άκοσμοι. Αυτός ο καινούργιος κόσμος είναι η Εκκλησία, που γίνεται σήμερα νέος ουρανός.


Αυτή η εορτή είναι ο εγκαινιασμός και η σωτηρία όλου του κόσμου. Αυτή η εορτή είναι όλων των εορτών η κορυ φη και ακρόπολις, αυτή είναι η ημέρα την οποίαν ευλόγησε ο Θεός και ηγίασε, διότι κατ’ αυτήν κατέπαυσε από όλα τα έργα του: «κατέπαυσε τη ημέρα τη εβδόμη από πάντων των έργων αυτού, ων εποίησε» τελειοποιώντας την σωτηρία των επιγείων και των καταχθονίων μαζί. Κατ’ αυτήν κατέπαυσε των ειδώλων και των θηρίων τις τελετές και τους χορούς· κατ’ αυτήν κατέπαυσε την δύναμιν όλων των εχθρών· κατ’ αυτήν κατέπαυσε τις δαιμονικές εορτές και πανηγύρεις· κατ’ αυτήν κατέπαυσε τις κνίσσες από τις ειδωλικές θυσίες· κατ’ αυτήν κατέπαυσε την εξουσία του τυράννου και εξουδετέρωσε το κεντρί του θανάτου· κατ’αυτήν κατέπαυσε τις νομικές θυσίες και τις νεομηνίες· κατ’ αυτήν εγκατέστησε στην κτίσι νέους όρους και νέους νόμους· κατέπαυσε το Πάσχα του νόμου u954 και των Ιουδαίων και εξεπλήρωσε κάθε τύπο, σκια και προφητεία.


Κατά το Πάσχα το ιδικό μας εθυσιάσθη το Πάσχα το αληθινόν, ο Χριστός, «και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός», και «ει τις εν Χριστώ καινή κτίσις» όποιος ζει εν Χριστώ νέα πίστις, νέος νόμος, νέος ο λαός του Θεού· νέος και όχι παλαιός Ιερεύς και νέο Πάσχα· νέα και πνευματική περιτομή, νέα και αναίμακτος θυσία· νέα και θεία Διαθήκη.


Εγκαινιασθήτε σήμερα και «πνεύμα ευθές» εγκαινιάσετε στις καρδιές σας, ώστε να δεχθήτε τα μυστήρια της νέας και αληθινής εορτής και να απολαύσετε σήμερα την τρυφή την αληθώς ουρανία και να αναχωρήσετε φωτισμένοι από τα μυστήρια του νέου Πάσχα, από τον Χριστό μας και την Ανάστασί του.


Εκεί εχρίοντο με αίμα οι παραστάδες των θυρών· εδώ σφραγίζονται με το αίμα του Χριστού οι καρδιές των πιστών. Εκεί η θυσία ήταν νυκτερινή και νύκτα έγινε η διάβασις της Ερυθράς θαλάσσης· εδώ η σωτήριος και φωτεινή Ερυθρά θάλασσα του Βαπτίσματος κοκκινίζει από το πυρ του πνεύματος και επάνω της περιφέρεται αληθινά Πνεύμα Θεού και συγχρόνως φανερώνεται στον κόσμο· στην ίδια θάλασσα συντρίβεται η κεφαλή του δράκοντος και άρχοντος των δρακόντων, των δαιμονικών λαών του διαβόλου.


Εκεί, στο νυκτερινό βάπτισμα του Μωϋσέως, σκεπάζει τον λαό του Ισραήλ νεφέλη· τον δε λαό του Χριστού τον επισκιάζει η δύναμις του Υψίστου. Εκεί, όταν εσώθη ο λαός, η Μαρία του Μωϋσέως έστησε χορό· εδώ που σώζεται ο λαός των εθνών, η Εκκλησία του Χριστού μαζί με όλες τις τοπικές Εκκλησίες εορτάζει θεοπρεπώς.


Εκεί, σε πέτρα της κτίσεως προσφεύγει ο Μωϋσής για νερό· εδώ, στην πέτρα της πίστεως προσφεύγει ο λαός, στον Χριστό. Εκεί, οι πλάκες του νόμου συντρίβονται προμηνύοντας ότι κάποτε θα παρέλθη και θα παλαιωθή ο νόμος· εδώ, οι θείοι νόμοι διασώζονται αμετάβλητοι, σαν ένα σώμα.


Εκεί, εχωνεύθη ο μόσχος και ετιμωρήθη ο λαός· εδώ, θυσιάζεται ο Αμνός του Θεού και σώζεται ο λαός.


Εκεί, η πέτρα εκτυπήθη με ράβδο· εδώ, ο Χριστός, η πέτρα, κεντάται στην πλευρά. Εκεί, αναβλύζει από την πέτρα ύδωρ· εδώ, πηγάζει από την ζωοποιό πλευρά αίμα και ύδωρ. Εκείνοι εδέχθησαν για τροφή ορτύκια από τον ουρανό· εμείς δεχόμεθα πνευματική περιστερά από τα υπερουράνια ύψη.


Εκείνοι έφαγαν μάννα πρόσκαιρο και απέθαναν· εμείς μεταλαμβάνουμε άρτο που χαρίζει ζωήν αιώνιο. Αλλά εκείνα ως παλαιά και σκιώδη έχουν γηράσει, ετελείωσαν ενώ τα ιδικά μας αυξάνουν, ανθούν και δεν μαραίνονται.


Αυτή είναι του ιδικού μας Πάσχα η προτύπωσις· αυτή είναι η διάβασις της νομικής σκιας. Έτσι να ιδής την εορτή· έτσι να εξηγήσης όσα είπεν ο Μωϋσής και οι Προφήτες για την ημέρα αυτή, και θα πεισθής για την Ανάστασι· επειδή όλοι σχεδόν οι Ιουδαίοι φορούν ακόμη το κάλυμμα της απιστίας, όπως τότε. Έχεις πολλούς και απερίγραπτους τύπους αναστάσεως νεκρών και αναβιώσεως. Αυτής αξιόπιστος μάρτυρας είναι η σφαγή του Ισαάκ· αυτής τύπος ήταν ο λάκκος στον οποίον έβαλαν τον Ιωσήφ οι αδελφοί του, απ’ όπου ανέβη αθάνατος· αυτής τύπος ήταν ο λάκκος του Ιερεμία, από το οποίον εξερχόμενος απηλλάγη από τη φθορά και τον βόρβορο συγχρόνως. Της Αναστάσεως του Χριστού τύπος ήταν το κήτος του Ιωνά από το οποίον εξήλθε τριημέρος.


Έχεις και άλλη προτύπωσι της φυλακής του Άδου, το δεσμωτήριο του Ιωσήφ, όπου εκλείσθη και εξήλθεν αβλαβής μετά από τρία χρόνια, όπως ο Χριστός μετά από τρεις ημέρες προήλθε από τους νεκρούς.


Μαζί με αυτά και ο λάκκος των λεόντων του Δανιήλ προτυπώνει τον τάφο του Σωτήρος, από τον οποίον ανέτειλεν ο Ιησούς ζωντανός, απηλλαγμένος από τον Άδη και τον θάνατο σαν από δυό λέοντες.


Με αυτά να ελέγξης τους Ιουδαίους· με αυτά να τους επιτιμήσης· έτσι να απολογηθής για τα Πάθη και την Ανάστασι του Χριστού.


Αυτά σου χαρίζει ο λόγος σήμερα για συμμαχία· αυτά τα μυστήρια σε διδάσκει σήμερα η εορτή.



* Δημοσιεύθηκε στο 1ο τεύχος του Περιοδικού «ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ»

Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Του Λεωνίδα Ουσπένσκυ


Κάτω από μια μορφή λιτή, φωτεινή και απέριττη, οι πασχαλινές ορθόδοξες εικόνες εκφράζουν την ένταση του εσώτερου περιεχομένου της εορτής του Πάσχα και της θριαμβευτικής χαράς της, αποκαλύπτοντας μέχρι τα βάθη τους τις αλήθειες που διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία γι αὐτή την «εορτών εορτήν και πανήγυριν πανηγύρεων τοσούτον υπεραίρουσαν πάσας ου τας ανθρωπικάς μόνον και χαμαί ερχομένας, αλλ ἤδη και τας αυτού Χριστού και επ Αὐτῷ τελουμένας, όσον αστέρας ήλιος», όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος1.

Η εικονογραφία της Αναστάσεως του Χριστού είναι τόσο αρχαία, όσο περίπου και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Κατά τους πρώτους αιώνες, η Ανάστασις παριστάνονταν με την προεικόνισή της μέσα στην Παλαιά Διαθήκη: Τον Προφήτη Ιωνά να απορρίπτεται από τα σωθικά του κήτους. Η παράσταση αυτή συναντάται στις νωπογραφίες των κατακομβών της Ρώμης (της Πρίσκιλλας και του Καλλίστου) από τον Β´ αιώνα. Κατά τους επόμενους αιώνες εμφανίζονται μέσα στην λειτουργική χρήση η μία μετά την άλλη, αντικαθιστώντας την παράσταση της Π. Διαθήκης, δύο παραστάσεις, από τις οποίες η κάθε μια αντιστοιχεί σε μια από τις κύριες όψεις της διδασκαλίας της Εκκλησίας για την Ανάσταση του Χριστού: Οι Άγιες Γυναίκες προ του Μνημείου και η εις Άδου Κάθοδος.

Η πρώτη παριστάνει αυτό που ακολούθησε την ένσαρκο Ανάσταση του Χριστού, την ιστορική όψη της εορτής, και μας δείχνει την Κυριακή του Πάσχα. εμφανίζεται πολύ νωρίς. Σύμφωνα με τις υποθέσεις των αρχαιολόγων αυτή η εικόνα υπήρχε ήδη μέσα στις νωπογραφίες της χριστιανικής Εκκλησίας στην Δούρα Ευρωπό το 232. Υπήρχε επίσης πιθανώς μέσα στην Ροτόντα που έχτισε ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας στον τόπο του Τάφου του Χριστού. Αργότερα, την συναντούμε συχνά στις «ευλογίες» της Monza (μεταξύ Δ´ και στ´ αιώνων), οι οποίες αντιγράφουν, κατά την γενικώς παραδεκτή γνώμη, τα μωσαϊκά τριών εκκλησιών που ανήγειρε ο άγιος Κωνσταντίνος.

Η δεύτερη παράσταση της Αναστάσεως, η εις Άδου Κάθοδος, εικόνα συμβολική, δείχνει εκείνο που δεν μπορεί αλλιώς να αποδοθεί παρά με σύμβολα: την εσωτερικήν έννοια της Αναστάσεως, το γεγονός του Μεγάλου Σαββάτου, ο,τι προηγήθηκε από την εν σαρκί Ανάσταση του Χριστού. Η αρχαιότερη γνωστή απεικόνιση της Καθόδου στον Άδη χρονολογείται τον στ´ αιώνα και ευρίσκεται σ ἕναν κίονα κιβωρίου του Αγίου Μάρκου στην Βενετία.

Οι δύο αυτές εικόνες είναι μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι εικόνες της Εορτής του Πάσχα. Μέσα στην διακόσμηση των εκκλησιών ευρίσκονται συνήθως η μία πλάι στην άλλη και αλληλοσυμπληρώνονται. Στην Δύση οι δύο αυτές συνθέσεις υπήρχαν ακόμα κατά τον ΙΓ´ αιώνα, ως εικονογραφία της Αναστάσεως του Χριστού.

Όπως γνωρίζομε, οι ευαγγελικές αφηγήσις σιωπούν ως προς την κάθοδο στον Άδη. Ωστόσο ο Απόστολος Πέτρος αναπολεί αυτό το μυστηριώδες γεγονός μέσα στον εμπευσμένο λόγο που εξεφώνησε την ημέρα της Πεντηκοστής: «ον ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ αυτου·… ότι ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδου ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν» (Πραξ. Β´ 24-28). Λέγει επίσης μέσα στην πρώτη του Επιστολή περί του Χριστού: «και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α´ Πετρ. Γ´ 19).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εις το «Περί Ορθοδόξου Πίστεως» εξηγεί ευρύτερα την έννοια αυτού του γεγονότος: «Κάτεισιν εις Άδου ψυχή τεθειμένη, ίνα ώσπερ τοις εν γη ο της δικαιοσύνης ανέτειλεν ήλιος, ούτω και τοις υπό γην εν σκότει και σκια θανάτου καθημένοις επιλάμψη το φως .ιν ὥσπερ τοις εν γη ευηγγελίσατο ειρήνην, αιχμαλώτοις άφεσιν, και τυφλοίς ανάβλεψιν, (Λουκ. Δ´ 18, 19) και τοις μεν πιστεύσασι γέγονεν αίτιος σωτηρίας αιωνίου, τοις δε απειθήσασιν, απιστίας έλεγχος, ούτω και τοις εν Άδου.ίνα Αυτώ παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλιπ. Β´ 10)3.

Η απελευθέρωση του Αδάμ και των δικαίων της Π. Διαθήκης, κύριο θέμα των ακολουθιών του Μεγάλου Σαββάτου, αντηχεί μέσα σε όλη την ακολουθία της Κυριακής του Πάσχα. δεν μπορεί να αποχωρισθεί από την εξύμνηση του Αναστάντος. Η στ´ ωδή του πασχαλινού κανόνα το εκφράζει αυτό με τον πιο εναργή και τον πιο τρανό τρόπο: «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης, και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπηδημένων, Χριστέ, και τριήμερος, ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης του τάφου».

Αυτό το γεγονός, κατά το ίδιο μέτρο, δεν μπορεί να αποχωρισθεί από την διδασκαλία της Εκκλησίας για την λύτρωση. Καθώς ο Αδάμ ήταν νεκρός, η ταπείνωση, η «κένωση» του Λυτρωτή, ο Οποίος είχεν αφομοιώσει την φύση του (του Αδάμ), έπρεπε να φθάσει μέχρι τα ίδια βάθη, όπου είχε κατεβεί ο Αδάμ. Με άλλα λόγια, η Κάθοδος στον Άδη είναι το έσχατον όριον της «κενώσεως» του Χριστού, και ταυτοχρόνως η αρχή της δόξας Του.

Η εικόνα, σε συμφωνία με την διδασκαλία της Εκκλησίας, δείχνει αυτό που είναι πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη, το πνευματικό νόημα της Αναστάσεως, την παραμονή της ψυχής του Σωτήρος στον Άδη, και αποκαλύπτει τον σκοπό και τα επακόλουθα της παραμονής αυτής. Σύμφωνα με το νόημα του γεγονότος, η παράσταση έχει σαν πλαίσιο τα ανοιγμένα σπλάχνα της γης, τον Άδη που παριστάνεται συμβολικά με την μορφή μιας μαύρης, χαίνουσας αβύσσου.

Στο κέντρο της εικόνας, ο Χριστός παρουσιάζει μια δυνατή αντίθεση προς ο,τι τον περιβάλλει, με την στάση και τα χρώματά Του. Η κίνησή Του, υπογραμμισμένη από το ανεμιζόμενο ιμάτιό Του, αντιτίθεται όχι λιγότερο ζωηρά προς τους δύο ομίλους των προσώπων των δύο πλευρών της εικόνας και προσδίδει στην εικόνα χαρακτήρα δυναμικό και εκθαμβωτικό, ο οποίος ανταποκρίνεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πασχαλινής λειτουργίας. Η ιδιαίτερα ισχυρή κίνηση του Λυτρωτή δεν είναι, χωρίς αμφιβολία, κανόνας. Η κίνησή Του είναι μερικές φορές ηρεμώτερη. Ωστόσο σε ορισμένες εικόνες η βιαιότητα της κινήσεως είναι ιδιαίτερα υπογραμμισμένη. Ο Χριστός παριστάνεται συνήθως περιτριγυρισμένος από μεγάλη «δόξα», στεφάνι φωτεινό, σύμβολο της δόξας Του, ιδίωμα του δοξασθέντος σώματος του Χριστού, υπέρ το επίπεδο της γήινης υπάρξεως. Αντιπροσωπεύει ένα από τα ιδιώματα τα πιο εκφραστικά και τα πιο μεγαλειώδη του Κυρίου. Είναι ένα σύμβολο εικονογραφικό, υπό μορφή κύκλου η ελλείψεως, που παριστάνει τις ουράνιες σφαίρες, τη θεία δόξα, το φως. Ο φωτοστέφανος αυτός συνίσταται από ομόκεντρους κύκλους, κάποτε περιοριζόμενους σε ένα, συνήθως δε τρεις τον αριθμόν, συχνότερα διαφόρων αποχρώσεων κυανών, διασχιζομένων από ακτίνες που προέρχονται από τον Κύριο. (Στην περιφέρειά τους οι κύκλοι αυτοί είναι συχνά σπαρμένοι με άστρα η νεφύδρια). Τα ενδύματα του Χριστού, εδώ, δεν είναι πια εκείνα της επίγειας ζωής του. Είναι χρώματος χρυσαφιού και σκεπάζονται από χρυσές ακτίνες. Είναι το ένδυμα της δόξας, διότι ο Χριστός εμφανίζεται στον Άδην όχι σαν αιχμάλωτος, αλλά ως Νικητής και Ελευθερωτής εκείνων που ο Άδης κρατεί. Δεν έχει πια δούλου μορφήν. Είναι ο Κύριος της ζωής, διότι, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «ει και τέθνηκε τοιγαρούν ως άνθρωπος και η αγία Αυτού ψυχή του αχράντου διηρέθη σώματος, αλλ η θεότης αχώριστος αμφοτέρων διέμεινε της τε ψυχής φημι και του σώματος».

Τα σκοτάδια του Άδου γεμίζουν από φως, από την ακτινοβολία της δόξας του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Είναι ήδη το φως της Αναστάσεως, οι ακτίνες και η αυγή που προβάλλει του Πάσχα. Μες στο αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο, σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σ εκείνους που είναι στον Άδη, κατά την μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου. Μερικές φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό, ο οποίος εδώ δεν είναι πια όργανο ατιμωτικού θανάτου, αλλά σύμβολο νίκης επάνω στον θάνατο, η μάλλον το όργανο που απελευθέρωσε από τον θάνατο τον εξαγορασθέντα άνθρωπο.

Ο Λυτρωτής καταπατεί δύο διασταυρούμενους πίνακες: Τις συντριμμένες πόρτες του Άδη. Πολλές εικόνες μας δείχνουν από κάτω, μέσα σε μαύρη άβυσσο, την αποτρόπαιη μορφή του Διαβόλου, του νικημένου άρχοντα του σκότους. Για να εκφράσουν τον χαρακτήρα του ως πατρός του ψεύδους, την διπροσωπία του, τον παριστάνουν κάποτε με δύο πρόσωπα. Σε ορισμένες εικόνες, ιδίως μεταγενεστέρων εποχών, βλέπομε ένα πλήθος από λεπτομέρειες. τις νικημένες δυνάμεις του Άδου, με μορφή σπασμένων αλυσίδων, με τις οποίες οι Άγγελοι δένουν τώρα τον Διάβολο, κλειδιά, καρφιά κ.λ.π.

Έχοντας παραβιάσει με την θεία παντοδυναμία Του τα δεσμά του Άδου, ο Χριστός εγείρει τον Αδάμ από τον τάφο, με μια δυνατή κίνηση του δεξιού χεριού του. Η Εύα με τα χέρια ενωμένα σε προσευχή εγείρεται μετά απ αὐτόν. Αυτή η κεντρική σκηνή της εικόνας φανερώνει τον σκοπό της εις Άδου Καθόδου, την συνάντηση του παλαιού Αδάμ, που υποτάχθηκε ο ίδιος και μαζί του όλη του η γενιά στον θάνατο, και του νέου Αδάμ, ο Οποίος κατήργησε τον θάνατο και έγινε η απαρχή μιας νέας ζωής για την ανθρωπότητα, την ανακαινισθείσαν εν Αυτώ. Με άλλα λόγια βλέπουμε εδώ μια συμβολική παράσταση της απελευθερώσεως της ψυχής του Αδάμ και μαζί του και των ψυχών των ανθρώπων που καρτερούσαν με πίστη τον ερχομό του Λυτρωτή. Γι αὐτό, από τις δύο πλευρές της σκηνής αυτής, βλέπουμε δύο ομίλους δικαίων της Π. Διαθήκης με τους προφήτες επί κεφαλής: στ ἀριστερά (του θεατού) τους βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα, ντυμένους με ενδύματα βασιλικά και με στέμμα στο κεφάλι, και πίσω από αυτούς τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. στα δεξιά τον Μωυσή να βαστάζει τις πλάκες του νόμου. Όλοι αναγνωρίζουν αμέσως Εκείνον, που κατέβηκε στον Άδη και δείχνουν στους άλλους Εκείνον του Οποίου επροφήτευσαν την έλευση4. Στο ανώτερο μέρος της εικόνας παριστάνονται ορισμένες φορές άγγελοι φέροντες όργανα του Πάθους του Κυρίου.

Η κάθοδος στον Άδη υπήρξε το έσχατο βήμα του Κυρίου στον δρόμο «κενώσεώς» Του. Κατεβαίνοντας «εν τοις κατωτάτοις της γης» μας άνοιξε τον δρόμο του ουρανού. Έχοντας ελευθερώσει τον παλαιόν Αδάμ και μαζί του ολόκληρη την ανθρωπότητα από την δουλεία εκείνου που ενσαρκώνει μέσα στον εαυτό του την αμαρτία, τα σκοτάδια και τον θάνατο, έθεσε τα θεμέλια μιας νέας ζωής για όσους ενώνονται μαζί του, αποτελώντας μιαν αναγεννημένη ανθρωπότητα. Έτσι, η πνευματική έγερση του Αδάμ μέσα στην εικόνα της Καθόδου στον Άδη, παρουσιάζεται σαν μια εικόνα της μελλούσης εν σαρκί αναστάσεως, αναστάσεως της οποίας ο Χριστός είναι η απαρχή. Γι αὐτό, αν και η εικόνα αυτή εκφράζει το νοήμα του γεγονότος του Μεγάλου Σαββάτου και προβάλλεται προς προσκύνηση στους πιστούς την ημέρα εκείνη, είναι ωστόσο εικόνα πασχαλινή, εικόνα εκείνων των γεγονότων που προηγήθηκαν αμέσως του θριάμβου της Αναστάσεως του Κυρίου. κατά συνέπεια της μελλούσης Αναστάσεως των νεκρών.

«Έχοντας ελευθερώσει εκείνους που ήσαν δεμένοι, ο Χριστός ξαναγύρισε ανάμεσα από τους νεκρούς, έχοντας ανοίξει σε μας τον δρόμο της Αναστάσεως» λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνεχίζοντας τα λόγια που αναφέρθηκαν πιο πάνω5. Αυτόν τον γυρισμό ανάμεσα από τους νεκρούς, το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού, η εικόνα των Αγίων Γυναικών στο Μνημείο τα αποδίδει με τον ίδιο τρόπο όπως και το Ευαγγέλιο, δείχνοντας μονάχα ο,τι έβλεπαν εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στον τάφο. Τα Ευαγγέλια και η Παράδοση παρέρχονται εν σιωπή την ίδια την στιγμή της Αναστάσεως του Χριστού. ούτε η εικόνα την δείχνει.

Η σπουδαιότητα αυτής της σιωπής έχει υπογραμμισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα σε πολύαριθμα κείμενα που δείχνουν το εξ ολοκλήρου απρόσιτον αυτού του γεγονότος. Έτσι π.χ. μέσα στην ς´ ωδή του Πασχαλινού κανόνα, η Εκκλησία συγκρίνει καθαρά την Ανάσταση του Χριστού με την γέννησή Του: «Φυλάξας τα σήμαντρα σώα, Χριστέ, εξηγέρθης του τάφου ο τας κλεις της Παρθένου μη λυμηνάμενος εν τω τόκω Σου και ανέωξας ημίν Παραδείσου τας πύλας». Όπως η Γέννηση εκ της Παρθένου, έτσι και η Ανάσταση δοξάζεται εδώ σαν ένα μυστήριο ανεξιχνίαστο, απρόσιτο σε κάθε έρευνα. «Όχι μονάχα η πέτρα (που έκλεινε τον τάφο) δεν είχε μετακινηθεί, αλλ ἀκόμα και οι σφραγίδες έμεναν άθικτες και η ζωή εκ του τάφου ανέτειλε, ενώ ο τάφος ήταν ακόμη σφραγισμένος». Ο Αναστάς εβγήκε από τον τάφο ακριβώς όπως επρόκειτο αργότερα να εισέλθει εκεί όπου έμεναν οι μαθητές του, ενώ οι πόρτες έμεναν κλειστές. Εβγήκε από τον τάφο χωρίς καμιά ένδειξη να μπορέσει να φανεί στο βλέμμα ενός μάρτυρος6.

Στην περιγραφή της Αναστάσεως, το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο μας αφήνει να καταλάβουμε ότι οι Μυροφόρες που ήρθαν κοντά στον τάφο έγιναν μάρτυρες του σεισμού, της καθόδου του Αγγέλου, που ήλθε να κυλήσει τον λίθο που έκλεινε τον τάφο, και του τρόμου των φρουρών. (Ματθ. ΚΗ´ 1-4).

Πάντως ούτε εκείνες, ούτε ακόμα λιγότερο οι στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο, έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Κατά το Ευαγγέλιο, ο άγγελος είχε κυλήσει τον λίθο όχι για να επιτρέψει στον αναστάντα Κύριο να εγκαταλείψει τον τάφο, «αλλ ἀντιθέτως, για να δείξει ότι Εκείνος δεν ήταν πια μέσα στον τάφο: ”Ουκ έστιν ώδε.αλλ ἐγήγερται”, και για να δώσει σε κείνους που ζητούσαν ”Ιησούν τον Εσταυρωμένον” την δυνατότητα να ρίξουν ένα βλέμμα στον τόπο όπου ”έθηκαν Αυτόν” και να βεβαιωθούν ότι ο τάφος ήταν άδειος. Είναι λοιπόν σαφές ότι η Ανάσταση είχε συμβεί προ της καθόδου και του αγγέλου, πριν να απομακρυνθεί ο λίθος.είχε συμβεί κάτι το απρόσιτο στο ανθρώπινο βλέμμα, κάτι το ασύλληπτο»7. Η ανικανότητα του ανθρωπίνου πνεύματος να εισχωρήσει σ αὐτό το γεγονός, και, κατά συνέπεια, η αδυναμία να το παραστήσει κανείς, είναι ακριβώς ο λόγος της απουσίας, μέσα στην ορθόδοξη εικονογραφία της παραδόσεως, της ίδιας ακριβώς στιγμής της Αναστάσεως.

Σε συμφωνία με την ευαγγελική διήγηση, η εικόνα παριστάνει το σπήλαιο του τάφου μέσα στο οποίο βρίσκεται ένα άδειο φέρετρο με τα εντάφια σπάργανα. Ένας όμιλος από γυναίκες μυροφόρες που κρατούν δοχεία αρωμάτων στέκεται παραπλεύρως. Καθισμένοι στην πέτρα, κοντά στον τάφο, ένας η δύο άγγελοι ντυμένοι στα λευκά δείχνουν στις Άγιες Γυναίκες το μέρος όπου είχε αναπαυθεί το σώμα του Χριστού. Η σύνθεση αυτής της εικόνας διακρίνεται γενικώς για μια μεγάλη απλότητα, θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα για τον χαρακτήρα της οικειότητας, εάν οι φτερωτοί και λευκοφορεμένοι άγγελοι δεν της προσέδιδαν μια γαλήνια και λιτή επισημότητα. Αργότερα, στον ΙΖ´ αιώνα, έρχεται να προστεθεί σ αὐτή την σύνθεση, σαν ταίρι της, μια άλλη σύνθεση, εξίσου πολύ αρχαία: Η εμφάνιση του Χριστού στην Μαρία-Μαγδαληνή (Μαρκ. ιστ´ 9, Ιωάν. Κ´ 13-17). Αυτή η παράσταση οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην εμφάνιση των δυτικών παραστάσεων του Χριστού ανισταμένου εκ τάφου. Ανταποκρινόμενοι στην ανάγκη να βλέπουμε τον Κύριο αναστάντα, οι εικονογράφοι βρίσκουν ένα τρόπο να τον παραστήσουν στην εικόνα, χωρίς να έρθουν σε αντίθεση με την ευαγγελική διήγηση. Βλέπομε έτσι μέσα στην ίδια σύνθεση δύο στιγμές διαφορετικές: Τις μυροφόρες που βρίσκονται πιο κοντά στο μνημείο να ακούν τα λόγια του Αγγέλου, ενώ η Μαρία Μαγδαληνή στρέφεται και βλέπει τον Κύριο που παριστάνεται συνήθως στο κέντρο της εικόνας, ανάμεσα σε βράχους. Καθώς η Μαγδαληνή τον έχει πάρει για ένα συνηθισμένο άνθρωπο, τον κηπουρό, η εν δόξει κατάστασή του δεν υποδεικνύεται με κανένα τρόπο, και τον παριστάνουν με τα προ της Αναστάσεως συνηθισμένα Του ενδύματα.

Όπως γνωρίζουμε, τα Ευαγγέλια μιλούν διαφορετικά για τον αριθμό των μυροφόρων γυναικών, όπως και για τον αριθμό των αγγέλων. Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, στην οποία βασίζεται η σύνθεση, ο αριθμός τους μέσα στην εικόνα ποικίλλει επίσης. Αυτές οι διαφορές δεν είναι, βέβαια, αντιφάσεις. Οι πατέρες της Εκκλησίας, όπως π.χ. ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, θεωρούν ότι οι μυροφόρες γυναίκες είχαν έρθει περισσότερες φορές κοντά στον τάφο και κάθε φορά ο αριθμός τους ήταν διαφορετικός και καθένας από τους Ευαγγελιστές δεν μιλάει παρά για μία μόνο από αυτές τις επισκέψεις. Γι αὐτόν το λόγο μερικές παραστάσεις δείχνουν πέντε, εξ η και περισσότερες γυναίκες. Πάντως, στην πλειονότητα των παραστάσεων, ο αριθμός τους δεν ξεπερνά το πλαίσιο των διηγήσεων του Ματθαίου και του Μάρκου.δηλαδή παριστάνουν δύο γυναίκες σύμφωνα με τον πρώτο και τρεις σύμφωνα με τον δεύτερο από αυτούς τους Ευαγγελιστές. Επίσης, υπάρχει ένας μόνο άγγελος σύμφωνα με τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Μάρκου, η δύο άγγελοι, σύμφωνα με εκείνα του Λουκά και του Ιωάννη: «ένα προς τη κεφαλή και ένα προς τοις ποσίν, όπου έκειτο το σώμα του Ιησού» (Ιωάν. Κ´ 12). Γενικώς αυτή η πασχαλινή εικόνα παριστάνει, μεταφέρουσα την μαρτυρία της ήδη εκπληρωθείσης αναστάσεως, μιαν αναπαράσταση ακριβή των ευαγγελικών διηγήσεων, και τούτο μέχρι τις μικρότερες λεπτομέρειες: «τα οθόνια… και το σουδάριον, ο ην επί της κεφαλής αυτού, ου μετά των οθονίων κείμενον, αλλά χωρίς, εντετυλιγμένον εις ένα τόπον» (Ιωάν. Κ´ 7). Αυτή η λεπτομέρεια, ασήμαντη εκ πρώτης όψεως, υπογραμμίζει όλη την υπερβατικότητα αυτού που είχε εκπληρωθεί. Ακριβώς παρατηρώντας τα εντάφια σπάργανα, «ο άλλος μαθητής… είδε και επίστευσε» (Ιωάν. Κ´ 8). Διότι το γεγονός ότι είχαν μείνει στην κατάσταση στην οποίαν περιέβαλαν το σώμα του Εσταυρωμένου, δηλαδή διπλωμένα, είναι μια μαρτυρία αναντίρρητη ότι το σώμα το οποίον είχαν περιβάλει δεν είχε μεταφερθεί (Ματθ. ΚΗ´ 15), αλλά τα είχε εγκαταλείψει με ένα τρόπο ασύλληπτο. Η εικόνα που έβλεπαν οι μυροφόρες δείχνει επίσης αυτούς τους μάρτυρες, και μας παρουσιάζει όλα εκείνα για τα οποία μιλάει το Ευαγγέλιο, ώστε κι εμείς να ίδωμεν και να πιστεύσωμεν.

Η Ανάστασις του Χριστού έλαβε χώρα το πρωί που ακολουθούσε την εβδόμην ημέρα, δηλαδή την πρώτην ημέρα της εβδομάδος. Γι αὐτό ο χριστιανικός κόσμος ολόκληρος εορτάζει αυτήν την πρώτη ημέρα σαν την αρχή μιας νέας ζωής, που ανατέλλει από τον τάφο. Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμαζαν αυτήν την ημέρα όχι πρώτη, αλλά όγδοη8 «διότι είναι η πρώτη από εκείνες που την ακολουθούν και η ογδόη από εκείνες που προηγούνται απ αὐτή, μια ημέρα ένδοξη ανάμεσα σε όλες»9. Δεν είναι μόνο μια ανάμνηση της ημέρας όπου έλαβε χώραν ιστορικά η Αναστάσις του Χριστού, αλλά επίσης η αρχή και η εικών της αιωνίου ζωής που μέλλει να έρθει για την ανακαινισμένη ύπαρξη, η εικόνα εκείνου το οποίο η Εκκλησία ονομάζει ογδόη ημέρα της δημιουργίας. Διότι, όπως η πρώτη ημέρα της δημιουργίας υπήρξε η αρχή των ημερών μέσα στον χρόνο, έτσι και η ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού είναι η αρχή της ζωής έξω από τον χρόνο, ένα σημείο του μυστηρίου του μέλλοντος αιώνος, της βασιλείας του Αγίου Πνεύματος, όπου ο Θεός είναι «τα πάντα εν πάσι».


ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:

1. Ομιλία 45, εις το Πάσχα, Ε.Π. 36, 624.
2. Kurt Weitzmann, Byzantine Art and Scholarship in America, σελ. 408 ανάτυπον εκ του American Journal of Archeology, Τόμος LI, Νο 4, Οκτ.-Δεκ. 1947.
3. Περί Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙΙ 29, Ε.Π. 94, 1101 Α.
4. Αξιοσημείωτη περιγραφή αυτής της σκηνής βρίσκεται στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου.
5. Στο ίδιο, Κεφ. 29, Ε.Π., 1101 Α.
6. Σεργίου Μητροπολίτου Μόσχας: «Η Αναστάσις του Χριστού και η Αναστάσις του Λαζάρου», Μόσχα 14/27 Απριλίου 1933.
7. Πατριάρχης Σέργιος, στο ίδιο.
8. Τερτυλλιανός: De idolatria, cap. 14, P.L. 1, 652-655.
9. «…Πρώτη ούσα των μετ αὐτήν και ογδόη από των προ αυτής». Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ομιλία 44, Ε.Π. 36, 612C.


* Δημοσιεύθηκε στο 6ο τεύχος του Περιοδικού «ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ»

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Ποιμαντορική Εγκύκλιος Πάσχα 2010


Αγαπητοί συμπρεσβύτεροι και αγαπητοί αδελφοί

«Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον Αναμάρτητον…»

Το θαύμα των θαυμάτων του Χριστού μας, την εκ νεκρών Ανάστασίν Του, εορτάζουμε και ζούμε σήμερα.

Πλησιάζουμε τον Πανάγιο Τάφο Του και διαπιστώνουμε ότι είναι κενός.

«Ηγέρθη ουκ έστιν ώδε», είπε ο Άγγελος στις Μυροφόρες (Μρκ. ιστ’, 6).

Κανείς άλλος ψευτοθεός στον κόσμο, που θέλησε να ονομάση τον εαυτό του Θεό και σωτήρα, δεν άφησε τον τάφο του κενό μετά την ταφή του. Μόνο του Χριστού μας ο τάφος είναι κενός στα Ιεροσόλυμα και εκπέμπει φως σωτήριο, γιατί μόνο ο Χριστός είναι Θεός αληθινός, ο Οποίος «εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α’ Τιμ. γ’, 16).

Ανέστη, για να συναναστήση όλο το γένος των ανθρώπων.

Από της στιγμής της Αναστάσεως έως σήμερα, πολέμιοι του Χριστού μας και της Αναστάσεώς Του, επιπόλαιοι σε επιχειρήματα, ανόητοι, μικρόψυχοι, τυλιγμένοι από το σκοτάδι του εγωισμού και των παθών τους, υποδουλωμένοι σε δαιμονικές και αντίχριστες σκοπιμότητες, συκοφαντούν την Ανάστασι του Κυρίου, την αμφισβητούν και δυστυχώς παρασύρουν ευόλισθους αδελφούς μας.

Η Ανάστασι του Χριστού μας είναι γεγονός χιλιομαρτυρημένο και βεβαιωμένο. Δεν φοβήθηκε καμιά έρευνα όσο σκληρή, εμπαθής και εξονυχιστική και αν ήταν. Όσοι αμφισβήτησαν την Ανάστασι του Κυρίου, ειλικρινά όμως ερεύνησαν τα γεγονότα, κατέληξαν στην μεγαλύτερη ομολογία: «Αληθώς ανέστη ο Χριστός».

Όπως το θεόπνευστο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων βεβαιώνει, ο Κύριος «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις» (Πρξ. α’, 3), απέδειξε την Ανάστασί Του με πολλές αποδείξεις. Όχι μόνο σαράντα ολόκληρες μέρες εμφανιζόταν στους μαθητές Του κι έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάστηκε και σε περισσότερους από «πεντακοσίους αδελφούς», δηλαδή σε πλήθος ολόκληρο.

Αν οι άγιοι Απόστολοι δεν έβλεπαν τον Χριστό αναστημένο, πως φαντάστηκαν ότι θα κυριεύσουν την οικουμένη; Μήπως τρελλάθηκαν;

Πως χωρίς αξιόπιστα κριτήρια αποφάσισαν να βγουν σε τόσους πολέμους, να τα βάλουν με στεριές και θάλασσες και δώδεκα αδύναμοι και σχεδόν αγράμματοι άνθρωποι να αγωνισθούν με τόση γενναιότητα, για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης τα έθνη, που ήταν τόσα χρόνια νεκρωμένα από την αμαρτία και το σπουδαιότερο να χύσουν το αίμα τους για την αγάπη Του; Και αν είχαν μεγάλη προθυμία όσο ζούσε ο Χριστός, αυτή δεν θα έσβηνε μόλις εκείνος απέθανε;

Όσο κι αν Τον επίστεψαν και τον ακολούθησαν ζωντανό, δεν θα Τον υπάκουαν, αν δεν Τον έβλεπαν αναστημένο μετά την Σταύρωσι και τον θάνατο· για κανένα λόγο δεν θα εκήρυσσαν το όνομα ενός νεκρού.

Έπειτα, στο κήρυγμα της Αναστάσεως, που έγινε από τον Απόστολο Πέτρο την ημέρα της Πεντηκοστής επίστευσαν τρεις χιλιάδες. Όλοι αυτοί ζούσαν στα Ιεροσόλυμα. Εκεί έγινε η ανάκρισι, η δίκη, η Σταύρωσι. Είδαν τον Κύριο να πεθαίνη ως άνθρωπος στο Σταυρό, να ενταφιάζεται. Όταν όλοι αυτοί και τόσοι άλλοι άκουσαν για την Ανάστασι, κανείς μα κανείς δεν την αρνήθηκε.

Όλα τα γεγονότα των είκοσι αιώνων μέσα στην ορθόδοξη Εκκλησία μας είναι μια ατελείωτη και αδιάσειστη απόδειξι της Αναστάσεως. Είναι μια ομολογία μοναδική ότι Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας, ομολογία που διακηρύσσει ότι ο Αναστάς Χριστός είναι Θεός αληθινός, Δημιουργός και Λυτρωτής του κόσμου, ο μόνος που μπορεί να φωτίση, να ανακαινίση, να ανορθώση, να σώση τον άνθρωπο. Ο Αναστάς Χριστός «Φως εστι και σκοτία εν αυτώ ουκ εστιν ουδεμία» (Α’, Ιωαν. α ,5).

Αγαπητοί, «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον Αναμάρτητον».

Σήμερα Κυριακή της λαμπροφόρου Αναστάσεως, αφού δούμε, ζήσουμε την Ανάστασι του Χριστού μας, ας φανούμε γενναίοι και όχι δειλοί. Ας κλείσουμε τα αυτιά της ψυχής και του σώματος στις φωνές των σκοτεινών νάνων, που νομίζουν ότι μπορούν να αμφισβητήσουν την Ανάστασι και τον Αναστάντα Κύριο.

Ας τολμήσουμε ανυποχώρητα να προσκυνήσουμε, να αποδεχθούμε τον Αναστάντα Κύριο και οδηγό της ζωής μας. Ας Του παραδώσουμε νουν, επιθυμία και καρδιά να ενοικήση, ας αφήσουμε ανεπιφύλακτα τη ζωή μας να τη φωτίζη το φως της Αναστάσεως. Ας Του ζητήσουμε να έλθη στην οικογένειά μας, στην σύγχρονη ταραγμένη οικογένεια να την φωτίζη, να την καθοδηγή, να την ενώνη, να την σκέπη.

Ας Του παραδώσουμε την νεότητα, τα παιδιά μας για να γεμίζη με Φως Αναστάσεως, χαράς και θριάμβου την κάθε παιδική και νεανική ψυχή, να την απομακρύνη από παγίδες, από αποτυχίες, από νεανικά ναυάγια.

Ας Του ζητήσουμε να έλθη στην κοινωνία μας, στην πατρίδα μας, για να μας χαρίση αληθινή αγάπη, ενότητα, ελευθερία από το χάος στο οποίο οδηγούμαστε. Ο Αναστάς Κύριος τόσες φορές ελύτρωσε την πατρίδα μας, ο Αναστάς Κύριος και τώρα μόνο Αυτός, αν το θελήσουμε, μπορεί να μας λυτρώση.

Εύχομαι όλοι μας, κληρικοί, λαϊκοί, άρχοντες και πιστός λαός, να γεμίσουμε την καρδιά μας με θερμή πίστι στην Ανάστασι και τον Αναστάντα Χριστό μας. Το Φως της Αναστάσεως να φωτίση όλους μας κι εμείς με τον Αναστάντα να ζήσουμε ζωή φωτός, χαράς, ευτυχίας, αναστάσεως, αιωνιότητος.

Αδελφοί, Χριστός Ανέστη!

Μετά πατρικών ευχών

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

Έκτακτη Συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας

Συνήλθε σήμερα Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010, σε μόνη έκτακτη Συνεδρία η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Προ της Συνεδρίας ετελέσθη Αρχιερατική Ακολουθία των Προηγιασμένων Δώρων στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, ιερουργούντος του νεωτέρου τη τάξει Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πολυανής και Κιλκισίου κ. Εμμανουήλ.

Περί την 10η πρωινή, στη μεγάλη Αίθουσα των Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου, εψάλη η Ακολουθία για την έναρξη των εργασιών της Ιεράς Συνόδου. Αναγνωσθέντος του Καταλόγου των συμμετεχόντων Ιεραρχών, διεπιστώθη η απουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών: α) Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Δαμασκηνού, β) Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου κ. Τίτου, γ) Ιωαννίνων κ. Θεοκλήτου, δ) Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδωνος, ε) Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου, στ) Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ. Νικοδήμου, ζ) Αργολίδος κ. Ιακώβου, η) Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου κ. Δημητρίου, θ) Σιδηροκάστρου κ. Μακαρίου, ι) Θήρας, Αμοργού και Νήσων κ. Επιφανίου, ια) Ζιχνών και Νευροκοπίου κ. Ιεροθέου, ιβ) Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου και ιγ) Παροναξίας κ. Καλλινίκου, οι οποίοι απουσίασαν ητιολογημένα.

Ακολούθως, συνεκροτήθη η Επιτροπή Τύπου από τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεο και Πατρών κ. Χρυσόστομο.

Στη συνέχεια ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος ως Πρόεδρος του Σώματος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας προσεφώνησε τα Μέλη Αυτής, και ευχαρίστησε τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες για την παρουσία τους.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ, ως αντιπρόεδρος της Ιεραρχίας, αντεφώνησε εκ μέρους των Σεβασμιωτάτων Ιεραρχών.

Μετά ταύτα, ο Μακαριώτατος Πρόεδρος ανέπτυξε την εισήγησή του σύμφωνα με την Ημερήσια Διάταξη, η οποία είχε ως θέμα την «συζήτηση επί του Σχεδίου Νόμου με τίτλο : "Αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής"».

Επί της εισηγήσεως έγινε διεξοδική συζήτηση, κατά την οποία εξέφρασαν τις απόψεις τους οι κάτωθι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες: Ζακύνθου κ. Χρυσόστομος, Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ, Σταγών και Μετεώρων κ. Σεραφείμ, Ξάνθης και Περιθεωρίου κ. Παντελεήμων, Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος, Περιστερίου κ. Χρυσόστομος, Ηλείας κ. Γερμανός, Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Προκόπιος, Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος, Νέας Σμύρνης κ. Συμεών, Τρίκκης και Σταγών κ. Αλέξιος, Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιος, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεος, Άρτης κ. Ιγνάτιος και Ελασσώνος κ. Βασίλειος.

Το σημαντικό είναι ότι η συζήτηση διεξήχθη με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και νηφαλιότητα μέσα σε πνεύμα ενότητος της Ιεραρχίας.

Ετονίσθη από όλους ότι η Εκκλησία ουδέποτε αρνήθηκε, ούτε και τώρα αρνείται την φορολόγηση, και μάλιστα στην σημερινή σκληρή πραγματικότητα, αλλά θέλει να επιτευχθεί ο τρόπος, ώστε και αρωγός στην προσπάθεια της Πολιτείας να σταθεί, και το φιλανθρωπικό της έργο να μην ζημιωθεί, και τελικά να οφελείται ο λαός. Επιπλέον η πρόταση για την αποδέσμευση από την Πολιτεία της Εκκλησιαστικής Περιουσίας, σκοπό έχει την από κοινού αξιοποίησή της, ώστε μέσω αυτής να ενισχυθεί η προσπάθεια για την ανακούφιση του λαού με συγκεκριμένα έργα διακονίας. Η συνεργασία της Ειδικής Επιτροπής με τους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας, κινείται σε καλή προοπτική και ομοφώνως επικροτήθηκε από την Ιεραρχία.

Τέλος η Ιεραρχία συγκρότησε Επιτροπή αποτελουμένη από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμο, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, Ελασσώνος κ. Βασίλειο, Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο, Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεο και Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο, για να συντάξει το κείμενο των προτάσεων, το οποίο θα σταλεί στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή της Βουλής.


Η Επιτροπή Τύπου της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

«ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

( Εισαγωγικό σχόλιο στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα )


του θεολόγου Λάμπρου Κ. Σκόντζου


Για μια ακόμα φορά, με τη χάρη του Θεού, οδεύουμε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο του έτους. Για μια ακόμη φορά θα ακολουθήσουμε τα ίχνη του Νυμφίου της Εκκλησίας μας Χριστού και θα γίνουμε συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους Του. Σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, καλούμαστε όπως «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι΄αυτόν ταις του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Με αυτή την προϋπόθεση θα γίνουμε πραγματικοί κοινωνοί της Αναστάσεώς Του. Μόνο έτσι θα νοιώσουμε πραγματικά τη χαρά της Θείας Εγέρσεως.



Η αφετηρία αυτής της τόσο σημαντικής εορτολογικής περιόδου είναι πανάρχαια και ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Η νηστεία και η πνευματική προετοιμασία των πιστών της αρχαίας Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχει καθιερωθεί από τους ίδιους τους Αποστόλους, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου προς αυτούς: «Ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθή απ΄αυτών ο νυμφίος και τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ.9,15). Ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (+264) μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδος τον 3ο αιώνα. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η προσκυνήτρια Αιθερία (5ος αιώνας), η οποία στο περίφημο Οδοιπορικό της στους Αγίους Τόπους μας πληροφορεί πώς η Ιεροσολυμίτικη Εκκκλησία εόρταζε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα πρωτοχριστιανικά χρόνια.

Σύμφωνα με το ιερό Χρυσόστομο «Μεγάλην καλούμεν την Εβδομάδα, ουκ επειδή πλέον έχει το μήκος των ωρών΄ και γαρ εισί έτεραι πολλώ μείζους ώρας έχουσαι΄ ουκ επειδή πλείους ημέρας έχει΄ και γαρ ο αυτός αριθμός και ταύτης και ταις άλλαις πάσαις. Τίνος ουν ένεκεν μεγάλην ταύτην καλούμεν; Μεγάλα τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά. Εν γαρ ταύτη ο χρόνιος ελύθη πόλεμος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η τυραννίς κατελύθη, τα σκεύη αυτού διερπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους γέγονεν» (Ομιλ.30, Εις Γένεσιν,P.G.53,273).

Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα σπουδαιότατο σταθμό πλουσίου πνευματικού ανεφοδιασμού των ψυχών μας. Η μνεία των ιερών γεγονότων μαζί με τις θεσπέσιες ακολουθίες των αγίων ημερών, δημιουργούν ατμόσφαιρα κατάνυξης και περισυλλογής. Τα Άγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού μας ελάχιστες ψυχές ανθρώπων αφήνουν ασυγκίνητες. Μόνο οι πωρωμένοι από την αμαρτία και το κακό ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν απαθείς τις άγιες αυτές ημέρες. Το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει αδιάφορους, αυτές τις άγιες ημέρες κατακλύζουν τους ναούς με τη «Σύνοψη» στο χέρι να σιγοψάλλουν μαζί με τους ψάλτες τους ύμνους των ιερών ακολουθιών.

Πρέπει να επισημάνουμε σε αυτούς που δεν γνωρίζουν την εκκλησιαστική τάξη, πως η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει τη Μ. Εβδομάδα να τελείται ο Όρθρος της ημέρας το προηγούμενο βράδυ, π.χ. ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας τελείται το βράδυ της Κυριακής, ο Όρθρος της Μ. Τρίτης το βράδυ της Μ. Δευτέρας κ.ο.κ. Αυτό γίνεται για να μπορούν οι εργαζόμενοι πιστοί να συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.

Η δομή της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ακριβώς η αναπαράσταση της τελευταίας εβδομάδος της επί γης παρουσίας του Χριστού μας. Κάθε ημέρα «μνείαν ποιούμεθα», όπως αναφέρει το ιερό συναξάρι, κάποιου από εκείνα τα σωτήρια γεγονότα. Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του Χριστού και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της «ξηρανθείσης συκής» από τον Κύριο, ως ζωντανή προτροπή στους πιστούς για παραγωγή πνευματικών καρπών. Τη Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε τις διδακτικότατες παραβολές των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων, οι οποίες έχουν υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας, υπενθυμίζοντάς μας την φοβερή και αδέκαστη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Την Μ. Τετάρτη τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του και ακόμα τη μέρα αυτή θυμόμαστε την προδοσία του άθλιου Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα, την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και την σύλληψη του Κυρίου. Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο Ταφή του Κυρίου μας και την εις Άδου Κάθοδόν Του.

«Αι μνήμαι και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδος, γράφει σύγχρονος λόγιος κληρικός, έχουν ορισθή κατά την ιστορικήν των σειράν, ώστε δι’ αυτών να δύνανται οι Χριστιανοί να παρακολουθούν, ως να είσαν παρόντες, πρώτον την πορείαν του Κυρίου προς το πάθος, έπειτα αυτό το πάθος και την ταφήν και τέλος την ανάστασίν του» (Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, σελ.10).

Οι άγιοι Πατέρες στόλισαν τη Μ. Εβδομάδα με υμνολογικό περιεχόμενο υψίστης ποιητικής και μουσικής αξίας. Οι μεγαλύτεροι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας, εμπνευσμένοι από το Θεό, με πίστη και ευλάβεια, συνέθεσαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα ύμνους ύψιστης θεολογικής και αισθητικής αξίας. Η υμνολογία της Μ. Εβδομάδος αποτελεί το απόγειο της παγκοσμίου ποιήσεως. Μεγάλοι μουσουργοί έντυσαν αυτούς με έξοχη μελωδία. Ποια ανθρώπινη καρδιά δεν μένει ασυγκίνητη στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου «Ιδού ο Νημφίος έρχεται», ή του άφθαστου δοξαστικού «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», η του συγκλονιστικού καθίσματος «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου», ή του περίφημου δοξαστικού «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» ή των μελωδικότατων εγκωμίων του Επιταφίου «Η Ζωή εν τάφω»;

Η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί αυτές τις ημέρες να βιώσουμε με συντριβή και κατάνυξη τα άγια και σεπτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καλούμαστε να γίνουμε συνειδητοί κοινωνοί των παθημάτων του Λυτρωτή μας, διότι έτσι θα νοιώσουμε το μέγεθος της θείας αγάπης και φιλανθρωπίας. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε πως «ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθημεν εκ της ματαίας αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α΄Πέτρ.1,19-20). Η σωτηρία μας είναι αποτέλεσμα των Παθημάτων και της αδίκου Θυσίας του Κυρίου μας, καθ ότι «τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πετρ.2,24). Ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν … ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Ρωμ.5,15). Αυτό προϋποθέτει η βίωση από μέρους μας των σωτηρίων Παθημάτων του Λυτρωτή μας Χριστού να μην είναι τυπική ή μόνο συναισθηματική, αλλά πρέπει να είναι καθολική οντολογική μέθεξη των σωτηριωδών ενεργειών, οι οποίες απορρέουν από «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12,2).

" ΕΓΩ ΕΙΜΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ "

(Θεολογικό σχόλιο στο Σάββατο του Λαζάρου)

του θεολόγου Λάμπρου Κ. Σκόντζου


Το Σάββατο της ΣΤ΄ Εβδομάδος των Νηστειών η Αγία μας Εκκλησία όρισε να εορτάζουμε την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Διότι, πρώτον το μεγάλο και θαυμαστό αυτό γεγονός συμπίπτει χρονικά με την είσοδο του Κυρίου μας στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ. Και δεύτερον, ότι το γεγονός της εκ νεκρών αναστάσεως του φίλου του Κυρίου είναι μια τρανή απόδειξη ότι ο Χριστός μας είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου, ότι αυτός που ανάστησε από τους νεκρούς το Λάζαρο θα αναστήσει και τον Εαυτό του, αφού θα σκυλέψει τον Άδη και θα νικήσει τον θάνατο!



Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μάρθα και Μαρία, που κατοικούσαν στην κώμη Βηθανία, είχαν εγκάρδιες φιλικές σχέσεις με τον Κύριο. Φαίνεται ότι πολλές φορές είχαν την ύψιστη τιμή και χαρά να δεχτούν και να φιλοξενήσουν το Χριστό στον ευλογημένο οίκο τους (Λουκ.10,38-42).


Ξαφνικά ο Λάζαρος ασθένησε βαριά. Οι δυο αδερφές έστειλαν μήνυμα στον Ιησού ότι ο αγαπημένος Του φίλος ο Λάζαρος αρρώστησε. Ο Χριστός διαβεβαίωσε τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Όμως ο Λάζαρος πέθανε και ετάφη σε σπηλώδες μνημείο, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές συνήθειες. Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι. Καθ΄ οδόν τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται΄ αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπον ουν οι μαθηταί αυτού΄ Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού΄ εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία΄ Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιωάν.11,12-15).


Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις ΄ αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει.



Το μεγάλο αυτό γεγονός έκανε πολλούς να πιστέψουν στο Χριστό. Κάποιοι άλλοι έτρεξαν στους Φαρισαίους και ανήγγειλαν το θαύμα. Οι σκληρόκαρδοι και υποκριτές εκείνοι άνθρωποι, μαζί με το ιουδαϊκό ιερατείο, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν και δεν πίστεψαν στα θαύμα και τη δύναμη του Ιησού, αλλά σκληρύνθηκαν έτι περισσότερο οι καρδιές τους. Ο αρχιερέας Καϊάφας είπε το εξής καταπληκτικό: «Υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται» και σχολιάζει ο ιερός ευαγγελιστής: «Τούτο δε αφ’ εαυτού ουκ είπεν, αλλά αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς αποθνήσκειν υπέρ του έθνους, και ουχ υπέρ του έθνους μόνον, αλλ’ ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν» (Ιωάν.11,49-52).


Η ανάσταση του Λαζάρου είναι το μεγαλύτερο θαύμα του Κυρίου. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έσπευσε αμέσως με την είδηση του θανάτου του φίλου Του, αλλά πήγε στη Βηθανία ύστερα από τέσσερις ημέρες για να φανεί το μέγεθος του μεγάλου θαύματος και της υπέρτατης δυνάμεως του Θεού. Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει πως «Έμεινεν, ίνα αποπνεύση (ο Λάζαρος) και ταφή, ίνα μηδείς έχη λέγειν ούπω τλευτήσαντα αυτόν ανέστησεν΄ ότι κάρος ην, ότι έκλυσις ήν, ότι καταγωγή ήν και ου θάνατος» (παρά Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1969,σελ.401). Αν και ο νεκρός άρχισε να αποσυντίθενται ο Χριστός τον ανάστησε, φανερώνοντας το μεγαλείο της θείας δυνάμεώς Του. Είναι ο κύριος της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή. Κανένας ποτέ δεν τόλμησε να ισχυριστεί αυτό που φανέρωσε στη Μάρθα «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν.11,25).


Αυτή η διαβεβαίωση ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι η πηγή της ζωής και η μακάρια ανάστασή μας είναι η μεγάλη μας παρηγοριά και η άρρητη δύναμη που μας κάνει να υπερνικάμε όλες τις αντιξοότητες της επίγειας ζωής μας. Χάρη σ’ Αυτόν δεν θα πεθάνουμε ποτέ, έστω και αν το φθαρτό σώμα μας αποτεθεί στη γη και αποσυντεθεί. Αυτό είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός, το οποίο δεν έχει ουδεμία οντολογική επίπτωση για μας τους πιστούς του Χριστού. Η ψυχή μας θα εξακολουθεί να ζει και χωρίς το σώμα μας, μια ζωή ασύγκριτα ανώτερη από την επίγεια. Αλλά όχι για πάντα μόνη της, διότι «έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν.5,25). Τα σώματά μας θα ζήσουν και θα ενωθούν και πάλι με τα πνεύματά μας για να μην ξαναχωρίσουν ποτέ πια, αλλά να ζουν αιώνια την όντως ζωή και να συνδοξάζονται με το Χριστό.

Το μέγα θαύμα της Αναστάσεως του Λαζάρου δείχνει ξεκάθαρα ότι όπως ο Χριστός ανάστησε με γοερή φωνή Του εκείνον, κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει και μας. Με τη δική Του ανάσταση νίκησε κατά κράτος το θάνατο. Δια της Αναστάσεως του Χριστού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄Κορ.15,26), διακηρύττει πανηγυρικά ο απόστολος Παύλος.

Η μεγάλη αυτή εορτή λειτουργεί ως πνευματική ανάταση στις ψυχές ημών των πιστών, οι οποίοι συν-οδοιπορούμε με τον Κύριο προς το εκούσιο πάθος και το σταυρικό Του θάνατο. Αυτό το αποδίδει θαυμάσια το ιερό τροπάριο της εορτής: «Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον Χριστέ ο Θεός΄ όθεν και ημείς ως οι παίδες, τα νίκης σύμβολα φέροντες σοι το νικητή του θανάτου βοώμεν΄ Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».