Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή αναφέρεται περισσότερο από κάθε άλλη σαν εικόνα της κρίσεως. Παρ' όλα αυτά μας λέγει κάτι ουσιαστικό· όχι για τον θάνατο, την καταδίκη ή την σωτηρία, αλλά για την ζωή.

Ο Θεός δεν ρωτάει ούτε τούς αμαρτωλούς ούτε τούς δίκαιους τίποτε σχετικά με τις πεποιθήσεις τους ή με τις λατρευτικές τους συνήθειες· αυτό που μετράει ο Κύριος είναι ο βαθμός της ανθρωπιάς τους· "επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθαί με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με".

Η
παραβολή της κρίσεως θέτει σαφέστατα το ότι θα κριθούμε για την "πολιτεία" μας, για το πως δηλ. ζήσαμε ανάμεσα στους αδελφούς μας. Και για την Εκκλησία αυτή η πολιτεία μας δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μία χριστοκεντρική τοποθέτηση μέσα στην αδελφική κοινωνία που είναι έκφραση μιας ζωής, η οποία θεμελιώνεται στην ένωση με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Η τελείωση του πιστού εν κοινωνία είναι το αδιάκοπο κήρυγμα των Πατέρων. Ερμηνεύοντας την παύλειο φράση "μιμηταί ... Χριστού" ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ερωτά: "Και πως είναι δυνατόν, να γίνουμε μιμηταί Χριστού; Με το να φροντίζουμε για το κοινό καλό και να μη ζητούμε τα του εαυτού μας". Είναι δε χαρακτηριστικό ότι και αυτή η κόλαση στο Γεροντικό νοείται ως αδυναμία διαπροσωπικής κοινωνίας: "Ουκ εστί πρόσωπον προς πρόσωπον θεάσασθαι, αλλ' ο νώτος εκάστου προς τον ετέρου νώτον κεκόλληται".

Μέσα στην σημερινή ευαγγελική περικοπή αναπτύσσεται η γνωστή καινοδιαθηκική κοινωνική κατηγορία του πλησίον. Η έννοια αυτή τελεσίδικα διαστέλλει την ανθρώπινη κοινωνία από την ζωϊκή ή φυτική. Εκεί κυριαρχεί η βιολογική φύση, που πάντοτε παράγει το ίδιο βιοκοινωτικό αποτέλεσμα.

Στην Εκκλησία όμως η σχέση είναι προσωπική, θεληματική, υπεύθυνη. Μέσα στον Χριστιανισμό η έννοια αυτή δεν γνωρίζει φραγμούς και όρια. Πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος. Εκφράζει την καθολική συναδέλφωση εν Χριστώ. Στον συνάνθρωπό μας διακρίνουμε τον ίδιο τον Χριστό. Αγαπώντας τον πλησίον μας, αγαπάμε τον Χριστό, του Οποίου κάθε άνθρωπος είναι εικόνα.

Σ' αυτήν την έννοια του πλησίον κρύβεται και η βαθύτερη σημασία της Χριστιανικής αγάπης. Δεν αγαπάμε κατά καθήκον, όπως συνήθως λέμε. Η αγάπη είναι η αναπνοή του Χριστιανισμού, ο φυσικός τρόπος της υπάρξεώς του. Δεν αγαπώ, λοιπόν τον πλησίον μου με την έννοια του οίκτου, της ευσπλαχνίας, της ελεημοσύνης, αλλά τον αγαπώ, διότι μέσα του είναι η εικόνα του Θεού. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι η έννοια του πλησίον στο Ευαγγέλιο είναι πρωταρχικά ενεργητική - αγαπητική και όχι παθητική. Χωρίς αυτή την κοινωνία με τον πλησίον είναι αδύνατη η κοινωνία με τον Θεό και η σωτηρία.

Μέσα στην Εκκλησία ο πλησίον μας δίνει την δυνατότητα να ξεδιπλωθούμε και να βγούμε από τον εαυτό μας, να δραστηριοποιηθούμε στην αγάπη και να ξεπεράσουμε τον φόβο, που έχει μέσα του την κόλαση, και μετά να περάσουμε στο χώρο της παραδείσιας κοινωνίας. Στο πρόσωπο του άλλου ο χριστιανός δεν βλέπει το κακό και το δαιμονικό που μετατρέπει την ζωή και τον κόσμο σε θάνατο, αλλά στο πρόσωπο του πλησίον και μάλιστα του "ελάχιστου αδελφού" βλέπει την αληθινή ζωή, τον Χριστό και την Ανάσταση.

Γι' αυτό ακριβώς ο ιερός Χρυσόστομος, όταν μιλάει για τον πλησίον, μιλάει για το "μυστήριο του αδελφού". Ο δε άγιος Εφραίμ ο Σύρος, τονίζει με έμφαση πως όποιος δεν μπορεί να αγαπήσει είναι ουσιαστικά "βεβλαμμένος κατά νουν". Η αγάπη, λοιπόν, δεν είναι αδυναμία και ούτε δείχνει αρρωστημένη κατάσταση ψυχής. Άρρωστος ψυχικά και πνευματικά είναι ο άνθρωπος των "κεκλεισμένων θυρών" του Σαρτρ, ή αυτός που διαχωρίζει τον εαυτό του από τούς άλλους και υψώνοντας το δικό του τείχος αδιαφορεί για το τι γίνεται στον κόσμο.

Όμοια και μια αγιότητα χωρίς Θεό, μια αγιότητα χωρίς αγάπη και χωρίς κοινωνία με τον πλησίον δαιμονοποιεί τον άνθρωπο και τον καθιστά ξένο και αποκομμένο από το κοινωνικό σώμα. Η πραγματική αγιοποίηση του ανθρώπου είναι ουσιαστικά μια πράξη αδελφοποιήσεως.

Ο κόσμος, όπως μας παρουσιάζεται στη σύγχρονη ζωή, στη σύγχρονη σκέψη και λογοτεχνία είναι ένας κόσμος βασικά άρρωστος και "βεβλαμμένος κατά νουν" και ζει το άγχος κάποιας πνευματικής ένδειας. Ένας κόσμος περιχαρακωμένος, έγκλειστος και φυλακισμένος, που δεν διψάει για δικαιοσύνη και ελευθερία, για αγιότητα και αγάπη. Ένας κόσμος φυλακής και απομονώσεως, κόσμος αυτοερωτισμού και αυτοϊκανοποιήσεως. Ένας κόσμος παραφροσύνης και μηδενισμού, αυτοκαταστροφής και δουλείας.

Η αλλοτρίωση που σήμερα πραγματοποιείται σ' όλες τις μορφές της ζωής είναι ενδεικτική του κόσμου που έρχεται. Αλλά και αποκαλυπτική της ταυτότητος του ανθρώπου του αύριο, που από σήμερα δημιουργεί μια αυτοσυνειδησία χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη και ενάντια σε κάθε έννοια κοινότητας και κοινωνίας προσώπων.

Η μόνη διέξοδος είναι η εκκλησιαστική ζωή και πράξη, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Γιατί η ζωή μας στον ορθόδοξο χώρο είναι προέκταση της Λατρείας. Είναι "λειτουργία μετά την λειτουργία". Αν η ζωή μας δεν είναι άμεσα και οργανικά συνδεδεμένη με την λατρεία, αν δεν είναι ευχαριστία και δοξολογία, δεν μπορεί να ονομάζεται ορθόδοξη ζωή. Τότε αποδεικνύεται ότι και η κοινωνική μας ζωή δεν είναι παρά εξωτερική συμβατικότητα, τυπική και ανούσια, που αποβαίνει "εις κρίμα και κατάκριμα και όχι εις σωτηρίαν".

Το ευαγγέλιο της κρίσεως είναι μια χαρμόσυνη είδηση. Κρύβει την υπόσχεση ότι ο Κύριος θα έλθει και θα περιμαζέψει τα τέκνα του και ο πόνος δε θα υπάρξει πια και το κακό θα σβήσει. Το μέτρο με το οποίο θα κριθούμε θα είναι η απόλυτη και αδυσώπητη δήλωση του Θεού ότι μόνο ο δρόμος της αγάπης και της προσφοράς μετράει και μάλιστα ολοκληρωτικής και αψεγάδιαστης. Αυτός είναι ο δρόμος του Θεού. Ο Σταυρός Του μαρτυρεί την πίστη Του στο ανθρώπινο γένος και στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, μαρτυρεί την ακατάβλητη ελπίδα Του.


ΠΗΓΗ: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου