Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

ΟΙ ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Του Λεωνίδα Ουσπένσκυ


Κάτω από μια μορφή λιτή, φωτεινή και απέριττη, οι πασχαλινές ορθόδοξες εικόνες εκφράζουν την ένταση του εσώτερου περιεχομένου της εορτής του Πάσχα και της θριαμβευτικής χαράς της, αποκαλύπτοντας μέχρι τα βάθη τους τις αλήθειες που διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία γι αὐτή την «εορτών εορτήν και πανήγυριν πανηγύρεων τοσούτον υπεραίρουσαν πάσας ου τας ανθρωπικάς μόνον και χαμαί ερχομένας, αλλ ἤδη και τας αυτού Χριστού και επ Αὐτῷ τελουμένας, όσον αστέρας ήλιος», όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος1.

Η εικονογραφία της Αναστάσεως του Χριστού είναι τόσο αρχαία, όσο περίπου και ο ίδιος ο Χριστιανισμός. Κατά τους πρώτους αιώνες, η Ανάστασις παριστάνονταν με την προεικόνισή της μέσα στην Παλαιά Διαθήκη: Τον Προφήτη Ιωνά να απορρίπτεται από τα σωθικά του κήτους. Η παράσταση αυτή συναντάται στις νωπογραφίες των κατακομβών της Ρώμης (της Πρίσκιλλας και του Καλλίστου) από τον Β´ αιώνα. Κατά τους επόμενους αιώνες εμφανίζονται μέσα στην λειτουργική χρήση η μία μετά την άλλη, αντικαθιστώντας την παράσταση της Π. Διαθήκης, δύο παραστάσεις, από τις οποίες η κάθε μια αντιστοιχεί σε μια από τις κύριες όψεις της διδασκαλίας της Εκκλησίας για την Ανάσταση του Χριστού: Οι Άγιες Γυναίκες προ του Μνημείου και η εις Άδου Κάθοδος.

Η πρώτη παριστάνει αυτό που ακολούθησε την ένσαρκο Ανάσταση του Χριστού, την ιστορική όψη της εορτής, και μας δείχνει την Κυριακή του Πάσχα. εμφανίζεται πολύ νωρίς. Σύμφωνα με τις υποθέσεις των αρχαιολόγων αυτή η εικόνα υπήρχε ήδη μέσα στις νωπογραφίες της χριστιανικής Εκκλησίας στην Δούρα Ευρωπό το 232. Υπήρχε επίσης πιθανώς μέσα στην Ροτόντα που έχτισε ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας στον τόπο του Τάφου του Χριστού. Αργότερα, την συναντούμε συχνά στις «ευλογίες» της Monza (μεταξύ Δ´ και στ´ αιώνων), οι οποίες αντιγράφουν, κατά την γενικώς παραδεκτή γνώμη, τα μωσαϊκά τριών εκκλησιών που ανήγειρε ο άγιος Κωνσταντίνος.

Η δεύτερη παράσταση της Αναστάσεως, η εις Άδου Κάθοδος, εικόνα συμβολική, δείχνει εκείνο που δεν μπορεί αλλιώς να αποδοθεί παρά με σύμβολα: την εσωτερικήν έννοια της Αναστάσεως, το γεγονός του Μεγάλου Σαββάτου, ο,τι προηγήθηκε από την εν σαρκί Ανάσταση του Χριστού. Η αρχαιότερη γνωστή απεικόνιση της Καθόδου στον Άδη χρονολογείται τον στ´ αιώνα και ευρίσκεται σ ἕναν κίονα κιβωρίου του Αγίου Μάρκου στην Βενετία.

Οι δύο αυτές εικόνες είναι μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, οι εικόνες της Εορτής του Πάσχα. Μέσα στην διακόσμηση των εκκλησιών ευρίσκονται συνήθως η μία πλάι στην άλλη και αλληλοσυμπληρώνονται. Στην Δύση οι δύο αυτές συνθέσεις υπήρχαν ακόμα κατά τον ΙΓ´ αιώνα, ως εικονογραφία της Αναστάσεως του Χριστού.

Όπως γνωρίζομε, οι ευαγγελικές αφηγήσις σιωπούν ως προς την κάθοδο στον Άδη. Ωστόσο ο Απόστολος Πέτρος αναπολεί αυτό το μυστηριώδες γεγονός μέσα στον εμπευσμένο λόγο που εξεφώνησε την ημέρα της Πεντηκοστής: «ον ο Θεός ανέστησε λύσας τας ωδίνας του θανάτου, καθότι ουκ ην δυνατόν κρατείσθαι αυτόν υπ αυτου·… ότι ουκ εγκαταλείψεις την ψυχήν μου εις Άδου ουδέ δώσεις τον όσιόν σου ιδείν διαφθοράν» (Πραξ. Β´ 24-28). Λέγει επίσης μέσα στην πρώτη του Επιστολή περί του Χριστού: «και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν» (Α´ Πετρ. Γ´ 19).

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εις το «Περί Ορθοδόξου Πίστεως» εξηγεί ευρύτερα την έννοια αυτού του γεγονότος: «Κάτεισιν εις Άδου ψυχή τεθειμένη, ίνα ώσπερ τοις εν γη ο της δικαιοσύνης ανέτειλεν ήλιος, ούτω και τοις υπό γην εν σκότει και σκια θανάτου καθημένοις επιλάμψη το φως .ιν ὥσπερ τοις εν γη ευηγγελίσατο ειρήνην, αιχμαλώτοις άφεσιν, και τυφλοίς ανάβλεψιν, (Λουκ. Δ´ 18, 19) και τοις μεν πιστεύσασι γέγονεν αίτιος σωτηρίας αιωνίου, τοις δε απειθήσασιν, απιστίας έλεγχος, ούτω και τοις εν Άδου.ίνα Αυτώ παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων» (Φιλιπ. Β´ 10)3.

Η απελευθέρωση του Αδάμ και των δικαίων της Π. Διαθήκης, κύριο θέμα των ακολουθιών του Μεγάλου Σαββάτου, αντηχεί μέσα σε όλη την ακολουθία της Κυριακής του Πάσχα. δεν μπορεί να αποχωρισθεί από την εξύμνηση του Αναστάντος. Η στ´ ωδή του πασχαλινού κανόνα το εκφράζει αυτό με τον πιο εναργή και τον πιο τρανό τρόπο: «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης, και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπηδημένων, Χριστέ, και τριήμερος, ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης του τάφου».

Αυτό το γεγονός, κατά το ίδιο μέτρο, δεν μπορεί να αποχωρισθεί από την διδασκαλία της Εκκλησίας για την λύτρωση. Καθώς ο Αδάμ ήταν νεκρός, η ταπείνωση, η «κένωση» του Λυτρωτή, ο Οποίος είχεν αφομοιώσει την φύση του (του Αδάμ), έπρεπε να φθάσει μέχρι τα ίδια βάθη, όπου είχε κατεβεί ο Αδάμ. Με άλλα λόγια, η Κάθοδος στον Άδη είναι το έσχατον όριον της «κενώσεως» του Χριστού, και ταυτοχρόνως η αρχή της δόξας Του.

Η εικόνα, σε συμφωνία με την διδασκαλία της Εκκλησίας, δείχνει αυτό που είναι πέρα από την ανθρώπινη αντίληψη, το πνευματικό νόημα της Αναστάσεως, την παραμονή της ψυχής του Σωτήρος στον Άδη, και αποκαλύπτει τον σκοπό και τα επακόλουθα της παραμονής αυτής. Σύμφωνα με το νόημα του γεγονότος, η παράσταση έχει σαν πλαίσιο τα ανοιγμένα σπλάχνα της γης, τον Άδη που παριστάνεται συμβολικά με την μορφή μιας μαύρης, χαίνουσας αβύσσου.

Στο κέντρο της εικόνας, ο Χριστός παρουσιάζει μια δυνατή αντίθεση προς ο,τι τον περιβάλλει, με την στάση και τα χρώματά Του. Η κίνησή Του, υπογραμμισμένη από το ανεμιζόμενο ιμάτιό Του, αντιτίθεται όχι λιγότερο ζωηρά προς τους δύο ομίλους των προσώπων των δύο πλευρών της εικόνας και προσδίδει στην εικόνα χαρακτήρα δυναμικό και εκθαμβωτικό, ο οποίος ανταποκρίνεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πασχαλινής λειτουργίας. Η ιδιαίτερα ισχυρή κίνηση του Λυτρωτή δεν είναι, χωρίς αμφιβολία, κανόνας. Η κίνησή Του είναι μερικές φορές ηρεμώτερη. Ωστόσο σε ορισμένες εικόνες η βιαιότητα της κινήσεως είναι ιδιαίτερα υπογραμμισμένη. Ο Χριστός παριστάνεται συνήθως περιτριγυρισμένος από μεγάλη «δόξα», στεφάνι φωτεινό, σύμβολο της δόξας Του, ιδίωμα του δοξασθέντος σώματος του Χριστού, υπέρ το επίπεδο της γήινης υπάρξεως. Αντιπροσωπεύει ένα από τα ιδιώματα τα πιο εκφραστικά και τα πιο μεγαλειώδη του Κυρίου. Είναι ένα σύμβολο εικονογραφικό, υπό μορφή κύκλου η ελλείψεως, που παριστάνει τις ουράνιες σφαίρες, τη θεία δόξα, το φως. Ο φωτοστέφανος αυτός συνίσταται από ομόκεντρους κύκλους, κάποτε περιοριζόμενους σε ένα, συνήθως δε τρεις τον αριθμόν, συχνότερα διαφόρων αποχρώσεων κυανών, διασχιζομένων από ακτίνες που προέρχονται από τον Κύριο. (Στην περιφέρειά τους οι κύκλοι αυτοί είναι συχνά σπαρμένοι με άστρα η νεφύδρια). Τα ενδύματα του Χριστού, εδώ, δεν είναι πια εκείνα της επίγειας ζωής του. Είναι χρώματος χρυσαφιού και σκεπάζονται από χρυσές ακτίνες. Είναι το ένδυμα της δόξας, διότι ο Χριστός εμφανίζεται στον Άδην όχι σαν αιχμάλωτος, αλλά ως Νικητής και Ελευθερωτής εκείνων που ο Άδης κρατεί. Δεν έχει πια δούλου μορφήν. Είναι ο Κύριος της ζωής, διότι, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «ει και τέθνηκε τοιγαρούν ως άνθρωπος και η αγία Αυτού ψυχή του αχράντου διηρέθη σώματος, αλλ η θεότης αχώριστος αμφοτέρων διέμεινε της τε ψυχής φημι και του σώματος».

Τα σκοτάδια του Άδου γεμίζουν από φως, από την ακτινοβολία της δόξας του Θεανθρώπου που κατέβηκε μέχρι τα βάθη του. Είναι ήδη το φως της Αναστάσεως, οι ακτίνες και η αυγή που προβάλλει του Πάσχα. Μες στο αριστερό του χέρι ο Χριστός κρατεί ειλητάριο, σύμβολο του κηρύγματος της Αναστάσεως σ εκείνους που είναι στον Άδη, κατά την μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου. Μερικές φορές αντί για ειλητάριο κρατεί σταυρό, ο οποίος εδώ δεν είναι πια όργανο ατιμωτικού θανάτου, αλλά σύμβολο νίκης επάνω στον θάνατο, η μάλλον το όργανο που απελευθέρωσε από τον θάνατο τον εξαγορασθέντα άνθρωπο.

Ο Λυτρωτής καταπατεί δύο διασταυρούμενους πίνακες: Τις συντριμμένες πόρτες του Άδη. Πολλές εικόνες μας δείχνουν από κάτω, μέσα σε μαύρη άβυσσο, την αποτρόπαιη μορφή του Διαβόλου, του νικημένου άρχοντα του σκότους. Για να εκφράσουν τον χαρακτήρα του ως πατρός του ψεύδους, την διπροσωπία του, τον παριστάνουν κάποτε με δύο πρόσωπα. Σε ορισμένες εικόνες, ιδίως μεταγενεστέρων εποχών, βλέπομε ένα πλήθος από λεπτομέρειες. τις νικημένες δυνάμεις του Άδου, με μορφή σπασμένων αλυσίδων, με τις οποίες οι Άγγελοι δένουν τώρα τον Διάβολο, κλειδιά, καρφιά κ.λ.π.

Έχοντας παραβιάσει με την θεία παντοδυναμία Του τα δεσμά του Άδου, ο Χριστός εγείρει τον Αδάμ από τον τάφο, με μια δυνατή κίνηση του δεξιού χεριού του. Η Εύα με τα χέρια ενωμένα σε προσευχή εγείρεται μετά απ αὐτόν. Αυτή η κεντρική σκηνή της εικόνας φανερώνει τον σκοπό της εις Άδου Καθόδου, την συνάντηση του παλαιού Αδάμ, που υποτάχθηκε ο ίδιος και μαζί του όλη του η γενιά στον θάνατο, και του νέου Αδάμ, ο Οποίος κατήργησε τον θάνατο και έγινε η απαρχή μιας νέας ζωής για την ανθρωπότητα, την ανακαινισθείσαν εν Αυτώ. Με άλλα λόγια βλέπουμε εδώ μια συμβολική παράσταση της απελευθερώσεως της ψυχής του Αδάμ και μαζί του και των ψυχών των ανθρώπων που καρτερούσαν με πίστη τον ερχομό του Λυτρωτή. Γι αὐτό, από τις δύο πλευρές της σκηνής αυτής, βλέπουμε δύο ομίλους δικαίων της Π. Διαθήκης με τους προφήτες επί κεφαλής: στ ἀριστερά (του θεατού) τους βασιλείς Δαυίδ και Σολομώντα, ντυμένους με ενδύματα βασιλικά και με στέμμα στο κεφάλι, και πίσω από αυτούς τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. στα δεξιά τον Μωυσή να βαστάζει τις πλάκες του νόμου. Όλοι αναγνωρίζουν αμέσως Εκείνον, που κατέβηκε στον Άδη και δείχνουν στους άλλους Εκείνον του Οποίου επροφήτευσαν την έλευση4. Στο ανώτερο μέρος της εικόνας παριστάνονται ορισμένες φορές άγγελοι φέροντες όργανα του Πάθους του Κυρίου.

Η κάθοδος στον Άδη υπήρξε το έσχατο βήμα του Κυρίου στον δρόμο «κενώσεώς» Του. Κατεβαίνοντας «εν τοις κατωτάτοις της γης» μας άνοιξε τον δρόμο του ουρανού. Έχοντας ελευθερώσει τον παλαιόν Αδάμ και μαζί του ολόκληρη την ανθρωπότητα από την δουλεία εκείνου που ενσαρκώνει μέσα στον εαυτό του την αμαρτία, τα σκοτάδια και τον θάνατο, έθεσε τα θεμέλια μιας νέας ζωής για όσους ενώνονται μαζί του, αποτελώντας μιαν αναγεννημένη ανθρωπότητα. Έτσι, η πνευματική έγερση του Αδάμ μέσα στην εικόνα της Καθόδου στον Άδη, παρουσιάζεται σαν μια εικόνα της μελλούσης εν σαρκί αναστάσεως, αναστάσεως της οποίας ο Χριστός είναι η απαρχή. Γι αὐτό, αν και η εικόνα αυτή εκφράζει το νοήμα του γεγονότος του Μεγάλου Σαββάτου και προβάλλεται προς προσκύνηση στους πιστούς την ημέρα εκείνη, είναι ωστόσο εικόνα πασχαλινή, εικόνα εκείνων των γεγονότων που προηγήθηκαν αμέσως του θριάμβου της Αναστάσεως του Κυρίου. κατά συνέπεια της μελλούσης Αναστάσεως των νεκρών.

«Έχοντας ελευθερώσει εκείνους που ήσαν δεμένοι, ο Χριστός ξαναγύρισε ανάμεσα από τους νεκρούς, έχοντας ανοίξει σε μας τον δρόμο της Αναστάσεως» λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, συνεχίζοντας τα λόγια που αναφέρθηκαν πιο πάνω5. Αυτόν τον γυρισμό ανάμεσα από τους νεκρούς, το ανεξιχνίαστο μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού, η εικόνα των Αγίων Γυναικών στο Μνημείο τα αποδίδει με τον ίδιο τρόπο όπως και το Ευαγγέλιο, δείχνοντας μονάχα ο,τι έβλεπαν εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στον τάφο. Τα Ευαγγέλια και η Παράδοση παρέρχονται εν σιωπή την ίδια την στιγμή της Αναστάσεως του Χριστού. ούτε η εικόνα την δείχνει.

Η σπουδαιότητα αυτής της σιωπής έχει υπογραμμισθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα σε πολύαριθμα κείμενα που δείχνουν το εξ ολοκλήρου απρόσιτον αυτού του γεγονότος. Έτσι π.χ. μέσα στην ς´ ωδή του Πασχαλινού κανόνα, η Εκκλησία συγκρίνει καθαρά την Ανάσταση του Χριστού με την γέννησή Του: «Φυλάξας τα σήμαντρα σώα, Χριστέ, εξηγέρθης του τάφου ο τας κλεις της Παρθένου μη λυμηνάμενος εν τω τόκω Σου και ανέωξας ημίν Παραδείσου τας πύλας». Όπως η Γέννηση εκ της Παρθένου, έτσι και η Ανάσταση δοξάζεται εδώ σαν ένα μυστήριο ανεξιχνίαστο, απρόσιτο σε κάθε έρευνα. «Όχι μονάχα η πέτρα (που έκλεινε τον τάφο) δεν είχε μετακινηθεί, αλλ ἀκόμα και οι σφραγίδες έμεναν άθικτες και η ζωή εκ του τάφου ανέτειλε, ενώ ο τάφος ήταν ακόμη σφραγισμένος». Ο Αναστάς εβγήκε από τον τάφο ακριβώς όπως επρόκειτο αργότερα να εισέλθει εκεί όπου έμεναν οι μαθητές του, ενώ οι πόρτες έμεναν κλειστές. Εβγήκε από τον τάφο χωρίς καμιά ένδειξη να μπορέσει να φανεί στο βλέμμα ενός μάρτυρος6.

Στην περιγραφή της Αναστάσεως, το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο μας αφήνει να καταλάβουμε ότι οι Μυροφόρες που ήρθαν κοντά στον τάφο έγιναν μάρτυρες του σεισμού, της καθόδου του Αγγέλου, που ήλθε να κυλήσει τον λίθο που έκλεινε τον τάφο, και του τρόμου των φρουρών. (Ματθ. ΚΗ´ 1-4).

Πάντως ούτε εκείνες, ούτε ακόμα λιγότερο οι στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο, έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως του Χριστού. Κατά το Ευαγγέλιο, ο άγγελος είχε κυλήσει τον λίθο όχι για να επιτρέψει στον αναστάντα Κύριο να εγκαταλείψει τον τάφο, «αλλ ἀντιθέτως, για να δείξει ότι Εκείνος δεν ήταν πια μέσα στον τάφο: ”Ουκ έστιν ώδε.αλλ ἐγήγερται”, και για να δώσει σε κείνους που ζητούσαν ”Ιησούν τον Εσταυρωμένον” την δυνατότητα να ρίξουν ένα βλέμμα στον τόπο όπου ”έθηκαν Αυτόν” και να βεβαιωθούν ότι ο τάφος ήταν άδειος. Είναι λοιπόν σαφές ότι η Ανάσταση είχε συμβεί προ της καθόδου και του αγγέλου, πριν να απομακρυνθεί ο λίθος.είχε συμβεί κάτι το απρόσιτο στο ανθρώπινο βλέμμα, κάτι το ασύλληπτο»7. Η ανικανότητα του ανθρωπίνου πνεύματος να εισχωρήσει σ αὐτό το γεγονός, και, κατά συνέπεια, η αδυναμία να το παραστήσει κανείς, είναι ακριβώς ο λόγος της απουσίας, μέσα στην ορθόδοξη εικονογραφία της παραδόσεως, της ίδιας ακριβώς στιγμής της Αναστάσεως.

Σε συμφωνία με την ευαγγελική διήγηση, η εικόνα παριστάνει το σπήλαιο του τάφου μέσα στο οποίο βρίσκεται ένα άδειο φέρετρο με τα εντάφια σπάργανα. Ένας όμιλος από γυναίκες μυροφόρες που κρατούν δοχεία αρωμάτων στέκεται παραπλεύρως. Καθισμένοι στην πέτρα, κοντά στον τάφο, ένας η δύο άγγελοι ντυμένοι στα λευκά δείχνουν στις Άγιες Γυναίκες το μέρος όπου είχε αναπαυθεί το σώμα του Χριστού. Η σύνθεση αυτής της εικόνας διακρίνεται γενικώς για μια μεγάλη απλότητα, θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα για τον χαρακτήρα της οικειότητας, εάν οι φτερωτοί και λευκοφορεμένοι άγγελοι δεν της προσέδιδαν μια γαλήνια και λιτή επισημότητα. Αργότερα, στον ΙΖ´ αιώνα, έρχεται να προστεθεί σ αὐτή την σύνθεση, σαν ταίρι της, μια άλλη σύνθεση, εξίσου πολύ αρχαία: Η εμφάνιση του Χριστού στην Μαρία-Μαγδαληνή (Μαρκ. ιστ´ 9, Ιωάν. Κ´ 13-17). Αυτή η παράσταση οφείλεται χωρίς αμφιβολία στην εμφάνιση των δυτικών παραστάσεων του Χριστού ανισταμένου εκ τάφου. Ανταποκρινόμενοι στην ανάγκη να βλέπουμε τον Κύριο αναστάντα, οι εικονογράφοι βρίσκουν ένα τρόπο να τον παραστήσουν στην εικόνα, χωρίς να έρθουν σε αντίθεση με την ευαγγελική διήγηση. Βλέπομε έτσι μέσα στην ίδια σύνθεση δύο στιγμές διαφορετικές: Τις μυροφόρες που βρίσκονται πιο κοντά στο μνημείο να ακούν τα λόγια του Αγγέλου, ενώ η Μαρία Μαγδαληνή στρέφεται και βλέπει τον Κύριο που παριστάνεται συνήθως στο κέντρο της εικόνας, ανάμεσα σε βράχους. Καθώς η Μαγδαληνή τον έχει πάρει για ένα συνηθισμένο άνθρωπο, τον κηπουρό, η εν δόξει κατάστασή του δεν υποδεικνύεται με κανένα τρόπο, και τον παριστάνουν με τα προ της Αναστάσεως συνηθισμένα Του ενδύματα.

Όπως γνωρίζουμε, τα Ευαγγέλια μιλούν διαφορετικά για τον αριθμό των μυροφόρων γυναικών, όπως και για τον αριθμό των αγγέλων. Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, στην οποία βασίζεται η σύνθεση, ο αριθμός τους μέσα στην εικόνα ποικίλλει επίσης. Αυτές οι διαφορές δεν είναι, βέβαια, αντιφάσεις. Οι πατέρες της Εκκλησίας, όπως π.χ. ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, θεωρούν ότι οι μυροφόρες γυναίκες είχαν έρθει περισσότερες φορές κοντά στον τάφο και κάθε φορά ο αριθμός τους ήταν διαφορετικός και καθένας από τους Ευαγγελιστές δεν μιλάει παρά για μία μόνο από αυτές τις επισκέψεις. Γι αὐτόν το λόγο μερικές παραστάσεις δείχνουν πέντε, εξ η και περισσότερες γυναίκες. Πάντως, στην πλειονότητα των παραστάσεων, ο αριθμός τους δεν ξεπερνά το πλαίσιο των διηγήσεων του Ματθαίου και του Μάρκου.δηλαδή παριστάνουν δύο γυναίκες σύμφωνα με τον πρώτο και τρεις σύμφωνα με τον δεύτερο από αυτούς τους Ευαγγελιστές. Επίσης, υπάρχει ένας μόνο άγγελος σύμφωνα με τα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Μάρκου, η δύο άγγελοι, σύμφωνα με εκείνα του Λουκά και του Ιωάννη: «ένα προς τη κεφαλή και ένα προς τοις ποσίν, όπου έκειτο το σώμα του Ιησού» (Ιωάν. Κ´ 12). Γενικώς αυτή η πασχαλινή εικόνα παριστάνει, μεταφέρουσα την μαρτυρία της ήδη εκπληρωθείσης αναστάσεως, μιαν αναπαράσταση ακριβή των ευαγγελικών διηγήσεων, και τούτο μέχρι τις μικρότερες λεπτομέρειες: «τα οθόνια… και το σουδάριον, ο ην επί της κεφαλής αυτού, ου μετά των οθονίων κείμενον, αλλά χωρίς, εντετυλιγμένον εις ένα τόπον» (Ιωάν. Κ´ 7). Αυτή η λεπτομέρεια, ασήμαντη εκ πρώτης όψεως, υπογραμμίζει όλη την υπερβατικότητα αυτού που είχε εκπληρωθεί. Ακριβώς παρατηρώντας τα εντάφια σπάργανα, «ο άλλος μαθητής… είδε και επίστευσε» (Ιωάν. Κ´ 8). Διότι το γεγονός ότι είχαν μείνει στην κατάσταση στην οποίαν περιέβαλαν το σώμα του Εσταυρωμένου, δηλαδή διπλωμένα, είναι μια μαρτυρία αναντίρρητη ότι το σώμα το οποίον είχαν περιβάλει δεν είχε μεταφερθεί (Ματθ. ΚΗ´ 15), αλλά τα είχε εγκαταλείψει με ένα τρόπο ασύλληπτο. Η εικόνα που έβλεπαν οι μυροφόρες δείχνει επίσης αυτούς τους μάρτυρες, και μας παρουσιάζει όλα εκείνα για τα οποία μιλάει το Ευαγγέλιο, ώστε κι εμείς να ίδωμεν και να πιστεύσωμεν.

Η Ανάστασις του Χριστού έλαβε χώρα το πρωί που ακολουθούσε την εβδόμην ημέρα, δηλαδή την πρώτην ημέρα της εβδομάδος. Γι αὐτό ο χριστιανικός κόσμος ολόκληρος εορτάζει αυτήν την πρώτη ημέρα σαν την αρχή μιας νέας ζωής, που ανατέλλει από τον τάφο. Οι πρώτοι Χριστιανοί ονόμαζαν αυτήν την ημέρα όχι πρώτη, αλλά όγδοη8 «διότι είναι η πρώτη από εκείνες που την ακολουθούν και η ογδόη από εκείνες που προηγούνται απ αὐτή, μια ημέρα ένδοξη ανάμεσα σε όλες»9. Δεν είναι μόνο μια ανάμνηση της ημέρας όπου έλαβε χώραν ιστορικά η Αναστάσις του Χριστού, αλλά επίσης η αρχή και η εικών της αιωνίου ζωής που μέλλει να έρθει για την ανακαινισμένη ύπαρξη, η εικόνα εκείνου το οποίο η Εκκλησία ονομάζει ογδόη ημέρα της δημιουργίας. Διότι, όπως η πρώτη ημέρα της δημιουργίας υπήρξε η αρχή των ημερών μέσα στον χρόνο, έτσι και η ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού είναι η αρχή της ζωής έξω από τον χρόνο, ένα σημείο του μυστηρίου του μέλλοντος αιώνος, της βασιλείας του Αγίου Πνεύματος, όπου ο Θεός είναι «τα πάντα εν πάσι».


ΠΑΡΑΠΟΜΠΑΙ:

1. Ομιλία 45, εις το Πάσχα, Ε.Π. 36, 624.
2. Kurt Weitzmann, Byzantine Art and Scholarship in America, σελ. 408 ανάτυπον εκ του American Journal of Archeology, Τόμος LI, Νο 4, Οκτ.-Δεκ. 1947.
3. Περί Ορθοδόξου Πίστεως ΙΙΙ 29, Ε.Π. 94, 1101 Α.
4. Αξιοσημείωτη περιγραφή αυτής της σκηνής βρίσκεται στο απόκρυφο Ευαγγέλιο του Νικοδήμου.
5. Στο ίδιο, Κεφ. 29, Ε.Π., 1101 Α.
6. Σεργίου Μητροπολίτου Μόσχας: «Η Αναστάσις του Χριστού και η Αναστάσις του Λαζάρου», Μόσχα 14/27 Απριλίου 1933.
7. Πατριάρχης Σέργιος, στο ίδιο.
8. Τερτυλλιανός: De idolatria, cap. 14, P.L. 1, 652-655.
9. «…Πρώτη ούσα των μετ αὐτήν και ογδόη από των προ αυτής». Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ομιλία 44, Ε.Π. 36, 612C.


* Δημοσιεύθηκε στο 6ο τεύχος του Περιοδικού «ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου