Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΑ’ ΛΟΥΚΑ (13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Εποίησε δείπνο μέγα και εκάλεσε πολλούς»


Την ωραιοτάτη παραβολή του μεγάλου δείπνου, που ακούσαμε σήμερα στο Ιερό Ευαγγέλιο, αφηγήθηκε ο Κύριος ένα βράδυ στο σπίτι κάποιου άρχοντα των Φαρισαίων. Με την αφήγησή της απευθύνει «εις πάντας τους ανθρώπους» σπουδαιότατα μηνύματα, τα οποία αφορούν και εμάς, τα σημερινά μέλη της Εκκλησίας Του.

Κάθε επίγειο δείπνο αποβλέπει στην επικοινωνία μεταξύ των προσκεκλημένων και των διοργανωτών του. Στη διάρκειά του οι μετέχοντες έχουν τη δυνατότητα άνετης αναστροφής και φιλικών συζητήσεων, που βοηθούν σε καλύτερη γνωριμία και σε μεγαλύτερη προσέγγισή τους.

Μια ανάλογη πραγματικότητα, πνευματικού όμως περιεχομένου, έχει ετοιμάσει ο Θεός για τους ανθρώπους. Δεν σχετίζεται με το χωροχρόνο της ζωής αυτής, αλλά με εκείνον στον οποίο θα βρεθούμε μετά την αναχώρησή μας από τον παρόντα κόσμο, όπου θα απολαμβάνουμε «αντί των επιγείων τα επουράνια, αντί των προσκαίρων τα αιώνια, αντί των φθαρτών τα άφθαρτα» (Μ. Βασίλειος).

Πρόκειται για το Δείπνο της Βασιλείας του Θεού, που θα παρατεθεί μετά τη συντέλεια του κόσμου. Θα το παραθέσει ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Οποίος μετά την Ανάστασή Του διακήρυξε: «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. 28, 18). Άλλωστε μόνον Εκείνος έλαβε την εξουσία «και κρίσιν ποιείν» (Ιω. 5, 27), επειδή θυσιάστηκε «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν» (Ιω. 11, 52), δηλαδή στη Βασιλεία Του.

Το δείπνο αυτό είχε προαναγγείλει ο Κύριος στους μαθητές Του την ώρα του τελευταίου, του Μυστικού Δείπνου, που έγινε στο υπερώο των Ιεροσολύμων λίγο πριν από το πάθος Του. Τότε, καθώς τους προσέφερε να πιουν τον οίνο που συμβόλιζε το αίμα Του, είπε: «Από αυτόν δεν θα ξαναπιώ μέχρι την ημέρα εκείνη, που μαζί σας θα πιώ ένα άλλο, καινούριο, στη Βασιλεία του Πατρός μου» (Ματθ. 26, 29).

Ο άνθρωπος, έως ότου αρχίσει το εσχατολογικό δείπνο, καλείται από τον Θεό να μετέχει σ' ένα άλλο, το οποίο παρέχει μια πρόγευση εκείνου. Αυτό άρχισε να παρατίθεται το βράδυ που ο Κύριος πριν από το πάθος Του είχε συνδειπνήσει με τους μαθητές Του στο ανώγειο των Ιεροσολύμων. Τότε που ευλόγησε τον άρτο και τον οίνο, τα πρόσφερε στους μαθητές και είπε: «Λάβετε φάγετε... Πίετε εξ αυτού πάντες... εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ. 26, 26-28).

Οι μαθητές την ώρα εκείνη δεν κατάλαβαν την ενέργεια αυτή του Κυρίου. Μετά την Ανάσταση όμως, όπου ο Κύριος «παρέστησεν εαυτόν ζώντα... οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της Βασιλείας του Θεού» (Πραξ. 1, 3), κατανόησαν τα λόγια Του, όπως π.χ. «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιω. 6, 54) και θυμήθηκαν την παραγγελία Του: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. 22, 19). Τότε συνειδητοποίησαν ότι ο Κύριος στο υπερώο τους είχε παραδώσει το μυστήριο της θ. Ευχαριστίας.

Στην προχριστιανική περίοδο οι άνθρωποι για την εξιλέωσή τους συνήθιζαν να προσφέρουν διάφορες θυσίες. Οι θυσίες όμως αυτές (ειδωλολατρικές, ιουδαϊκές και άλλες) δεν μπορούσαν να αντισταθμιστούν με το βάρος των ανθρώπινων αμαρτιών, διότι «είναι αδύνατο το αίμα ταύρων και τράγων (που προσφέρονταν στις θυσίες) να αφαιρέσει αμαρτίες» (Εβρ. 1, 4). Γι’ αυτό προσφέρθηκε η υπέρτατη θυσία του Υιού του Θεού.

Με το δείπνο της θ. Ευχαριστίας – και μόνο με αυτό – ο άνθρωπος πετυχαίνει: «Αμαρτιών απόθεσιν, Πνεύματος Αγίου μέθεξιν, υιοθεσίας λαμπρότητα, βασιλείαν ουρανών» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Και ο Συμεών Θεσσαλονίκης προσθέτει: «Η θεία Κοινωνία είναι ένωσις του Θεού με ημάς, θέωσις ιδική μας, αγιασμός, χάριτος πλήρωσις, εμπόδιον παντός εναντίου, χορηγία παντός καλού». Ο απ. Παύλος διαβεβαιώνει: «Ήμασταν εχθροί και συμφιλιωθήκαμε με το Θεό με το θάνατο του Υιού Του» (Ρωμ. 5, 13).

Η θ. Κοινωνία και η Βασιλεία του Θεού αποκαλούνται από τον Κύριο μέγα δείπνο. Είναι και τα δύο μεγάλα, διότι τα ετοίμασε και τα παρέχει ο Ίδιος ο Θεός. Ο αριθμός των προσκαλουμένων είναι πολύ μεγάλος. Είναι απεριόριστος, εφόσον ο Θεός «καλεί πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω. 1, 9). Η προσφορά τους δεν είναι υλική και πρόσκαιρη, αλλά η μέγιστη δωρεά του Θεού, διότι αφορά στη σωτηρία του ανθρώπου. Η συμμετοχή μας στην πνευματική τράπεζα γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείας ουρανών κληρονομίαν» (Ιω. Χρυσόστομος).

Σε ένα τέτοιο δείπνο θα περίμενε κανείς να δει να σπεύδουν να μετάσχουν όλοι οι άνθρωποι η έστω το μεγαλύτερο πλήθος. Η σημερινή παραβολή όμως μας πληροφορεί ότι οι πολλοί δεν ανταποκρίνονται στη σχετική πρόσκληση. Προσκολλημένοι στα υλικά και επίγεια δεν τους ενδιαφέρουν ούτε τους εντυπωσιάζουν τα πνευματικά και τα επουράνια. Απέχουν με κάποια δικαιολογία, η οποία μάλιστα – κατά την παραβολή – είναι ασήμαντη.

Εκείνοι που αμφιβάλουν για την αναγκαιότητα της θ. Κοινωνίας η την πραγματικότητα της Βασιλείας του Θεού, ενδέχεται κάποτε να πιστέψουν και να αξιωθούν να γευθούν τις απολαύσεις των πνευματικών δείπνων. Όσοι φρονούν ότι δεν τους χρειάζεται η συμμετοχή στο μυστήριο της θ. Ευχαριστίας, οι ίδιοι στερούν τον εαυτό τους από τις θείες δωρεές του. Όσοι πάλι συμμετέχουν με προχειρότητα και χωρίς σχετική προετοιμασία, ας θυμηθούν ότι «ο εσθίων και πίνων αναξίως (στη θ. Κοινωνία) κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α' Κορ. 1, 29).

Οι χριστιανοί που αδιαφορούν για τη συμμετοχή τους στα δύο δείπνα, ίσως «την ημέραν εκείνην» ακούσουν το λόγο του Κυρίου: «Ουκ οίδα υμάς» (Ματθ. 25, 12), οπότε κινδυνεύουν να μείνουν «έξω του νυμφώνος Χριστού», έξω από τη Βασιλεία Του. Ας ευχηθούμε εμείς που ακούσαμε την σημερινή Ευαγγελική περικοπή να ανταποκριθούμε στην πρόσκληση του Κυρίου μας και να μετάσχουμε και στη Θεία Κοινωνία σωστά προετοιμασμένοι και να μας αξιώσει και της επουρανίου Βασιλείας Του. Αμήν.

(επιμέλεια π. Δημήτριος Πατσιαλός)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου