Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Ο Χρυσόστομος και η μέλλουσα κρίση *

Συμβολή τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου
στην ἐσχατολογική προβληματική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας



τοῦ ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Καραγεώργου
Γενικοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας



Τό ἔσχατα κέντρισαν, ἀπό πολύ νωρίς, ἔντονα, τό ἐνδιαφέρον τῶν πιστῶν. Στήν ἀποστολική ἐποχή καταγράφηκαν ἐνθουσίαστικες τάσεις. Πολλοί πιστοί ζοῦσαν τήν καθημερινότητά τους ὡς τό τέλος της Ἱστορίας. Ζοῦσαν μέ τήν αἴσθηση τοῦ «μάρεν ἀθᾶ»[1], καί τοῦ «ὁ κύριος ἐγγύς»[2].

Στήν Θεσσαλονίκη σημειώθηκαν πολλές ἀκρότητες. Πολλοί πωλοῦσαν τά ὑπάρχοντά τους, ἔβγαιναν τά βράδια ἔξω ἀπό τήν πόλη ἀναμένοντας τήν δεύτερη παρουσία τοῦ Κυρίου. Οἱ παρεκτροπές προκάλεσαν τήν Α΄ πρός Θεσσαλονίκη ἐπιστολή τοῦ Ἄπ. Παύλου. Ἐκεῖ
[3] καθώς ἐπίσης καί στήν Ἅ΄ πρός Κορινθίους[4] συναντᾶμε τήν ἐκτενέστερη καί πληρέστερη διδασκαλία τοῦ Κ.Δ. γιά τά ἔσχατα.

Σχηματικά, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, πώς δυό εἶναι οἱ ἄξονες αὐτῆς τῆς διδασκαλίας: α) βεβαιότητα τῆς δεύτερης ἔλευσης τοῦ κυρίου θά σηματοδοτήση τήν μεταστοιχείωση ὄλου τοῦ κόσμου καί β) ἡ στροφή τοῦ ἐνδιαφέροντος ἀπό τό πότε καί τό πώς. (αὐτά βρίσκονται στά χέρια τοῦ Θεοῦ) στήν ποιότητα ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου στό ἱστορικό χρόνο.

Στόν δεύτερο καί τρίτο αἰῶνα παρουσιάστηκαν οἱ πρῶτες λαϊκές δοξασίες γιά χιλιετῆ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἁγίων. Οἱ νέες δοξασίες θόλωναν καί πάλι τήν ἱστορική προοπτική καί τροφοδοτοῦσαν τούς ἀνθρώπους μέ ποικίλες φαντασιώσεις.

Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος, ἐπίσκοπος Λογδοῦνον, τονίζοντας τήν ἀνακεφαλαίωση τῆς Ἱστορίας στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔδωσε τό καινούργιο κλίμα καί ρεαλισμό στήν πορεία τῆς Ἐκκλησίας.

Στό τελευταῖο τέταρτο τοῦ 4ου αἰῶνα ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρεμβαίνει στήν θεολογική διεργασία. Ἀντιμετωπίζει τήν συνεχῶς ἀνανεούμενη, μέ σοφιστική δεινότητα, πολεμική του Εὐνομίου. Στήν προσπάθειά του αὐτή ἀφιέρωσε ἀρκετό χρόνο. Ἐξήγγειλε 12 ὁμιλίες οἱ ὁποῖες μας παραδόθηκαν σέ ἰδιαίτερη σειρά μέ τήν ὀνομασία «περί ἀκαταλήπτου» ἤ «κάτ΄ Ἀνομοίων».

Στόν ὄγδοο Λόγο ἡ πολεμική ἑστιάζεται στό βιβλικό χωριό «Τό νά καθίσει κάποιος στά δεξιά μου ἤ στά ἀριστερά «οὐκ ἐστίν ἐμόν δούνοι, ἀλλ’οἴς ἠτοίμαστοι ὑπό τοῦ Πατρός μου»
[5]. Ὁ Εὐνόμιος ὑποστήριζε ὅτι ἐδῶ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς παραδέχεται τήν ἀναίρεση τῆς ἐξουσίας του καί τόν ἀκρωτηριασμό τῆς αὐθεντίας του. Συνιστᾷ δήλ. τήν ὁμολογία τῆς κατωτερότητός του καί τό «ἀνόμοιον»μέ τόν Πατέρα του.

Ὁ Χρυσόστομος ἐπικαλεῖται τήν παραβολική διήγηση τῆς μέλλουσας κρίσης, ὅπου δηλώνεται μέ σαφήνεια ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θά στήσει τά μέν πρόβατα στά δεξιά του τά δέ ἐρίφια στά ἀριστερά του. Αὐτός θά πεῖ ἐλάτε νά κληρονομῆστε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ τήν ἑτοιμασμένη ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας διότι πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί μέ ποτίσατε, ἤμουν ξένος καί μέ περιμαζέψατε. Ὁ ἴδιος πάλι θά πεῖ φύγετε ἀπό μένα πηγαίνετε στήν αἰώνια φωτιά τήν ἑτοιμασμένη γιά τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους τοῦ διότι πείνασα καί δέν μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί δέν μέ ποτίσατε, ἤμουν ξένος καί δέν μέ περιμαζέψατε.

Ἡ διήγηση μέ ἀπόλυτη καθαρότητα δηλώνει τό κῦρος τήν αὐθεντία καί
τήν ἀπόλυτη ἐξουσία τοῦ Υἱοῦ, ὁ ὁποῖςο καί τιμᾷ καί κολάζει καί «στεφανοί καί τιμωρεῖ καί τούς μέν εἰς τήν Βασιλείαν εἰσάγει, τούς δέ εἰς τήν γέενναν ἀποπέμπει». Καί ἐνῷ βρίσκεται στή δίνη τῆς θεολογικῆς ἀντιπαράθεσης ὁ Χρυσόστομος προβαίνει σέ ὀξυδερκεῖς ἑρμηνευτικές παρατηρήσεις οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν καινοτομίες στήν θεολογική σκέψη, προσωπική ἐμβάθυνση καί περαιτέρω κατανόηση τῆς ἀλήθεια γιά τήν μέλουσα κρίση. Ἐδῶ βρίσκεται τό πρῶτο ἐπίπεδό της προσωπικῆς συμβολῆς τοῦ χρυσοστόμου στήν προβληματική γιά τήν ἐσχατολογία τῆς ἀρχαίας ἐκκλησίας.

Ἑστίασε τήν προσοχή του σέ δυό φράσεις· στούς εὐλογημένους εἶπε «κληρονομῆστε τήν ἠτοιμασμένην ὑμίν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» ἐνῷ στούς κολασμένους δέν εἶπε «πορεύεσθε εἰς τό πῦρ τό ἠτοιμασμένον ὑμίν, ἀλλά «τό ἠτοιμασμένον τῶν διαβόλω». Μέ τήν ἑρμηνευτική παρατήρηση ὁ Χρυσόστομος δηλώνει δωρικά: Ἤ μέν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔγινε γιά τούς ἀνθρώπους ἡ δέ κόλαση γιά τόν διάβολο καί τούς ἀγγέλους του
[6] καί ἕνα δεύτερο σημεῖο παρατήρησε λέει τήν ροπή τοῦ Θεοῦ γιά φιλανθρωπία οἱ ἀγωνιστές δέν δημιουργήθηκαν ἀκόμη καί τά στεφάνια καί τά βραβεῖα ἔχουν ἤδη προπαρασκευασθῆ.

Ὁ Εὐνόμιος δέχθηκε τήν προβληματική του Χρυσοστόμου ἀλλά συνέχισε τήν πολεμική του. Ἐκλέπτυνε τό ἐπιχείρημά τους δέχεται ὅτι ὁ Υἱός ἔχει μέν τήν ἐξουσία νά τιμᾷ καί νά κολάζει ἀλλά ὅμως τήν ἀνώτατη τιμή καί τήν ὑψηλότατη θέση δέν μπορεῖ νά ἀποδώσει, διότι αὐτά ἀνήκουν στήν ἁρμοδιότητα τοῦ Πατέρα. Σταθμός σχόχος τοῦ Εὐνομίου εἶναι νά θεμελιώσει τήν κατωτερότητα τοῦ Υἱοῦ.

Ὁ Χρυσόστομος ἐπικαλεῖται τήν δήλωση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη ὅτι ὁ πατέρας δέν κρίνει κανέναν «ἀλλά πᾶσαν τήν κρίσιν δεδῶκε τῶν Υἱῶ»
[7]. Ὁ Χρυσόστομος ὑπογραμμίζει δυό στοιχεῖα: ἅ) τήν ἀπόλυτη τή δικαιοδοσία τῆς κρίσης τοῦ Υἱοῦ καί β) τήν θεολογική ἑρμηνεία τῆς ἔκφρασης «ἔδωκε τῶν Υἱῶ». Ἡ χρήση τούς ρήματος ἔδωκε δέν πρέπει νά κατανοηθεῖ μέ τήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία. Δέν τοῦ ἔδωσε κάτι πού δέν εἶχε οὔτε τόν γέννησε ἀτελῆ οὔτε πρόστεθηκε κάτι ἀργότερα σ’αὐτόν. Τόν γέννησε τέλειο καί ὁλοκληρωμένο. Χρησιμοποιεῖται τό ρῆμα ἔδωκεν γιά νά δηλωθοῦν τά δυό διαφορετικά πρόσωπα στήν θεότητα, γιά νά φανεῖ ἡ ρίζα καί ὁ καρπός.[8]

Ἡ πολεμική μέ τούς ἀρειονόφρονες ἀναρότισε τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατηρίου τοῦ Χρυσοστόμου γιά τά ἐσχατολικά θέματα οἱ δέ τολμηρές θεολογικές παρατηρήσεις τοῦ ἀνατάραξε τά δεδομένα καί προκάλεσε θόρυβο καί γενικότερα ἀναστάτωση στούς πιστούς.

Ὁ Χρυσόστομος γιά νά ἀποκαλύψει τήν ἀλήθεια προβαίνει σέ ριζοσπαστικές διατυπώσει πού ἀποτελοῦν τό δεύτερο ἐπίπεδό της συμβολῆς στήν «Προβληματική γιά τά ἔσχατά της ἐποχῆς τους. Ἡ ἀπόδοση τῆς δικαιοσύνη ἤ τοῦ κολασμοῦ δέν ἀνήκει οὔτ στόν Υἱό οὔτε στόν Πατέρα, καί ἐδῶ δέν πρόκειται γιά λεκτικό ἀκροβατισμό ἤ ρητορικό σχῆμα. Εἶναι διδασκαλία διανομῆς καί ξεκάθαρη «οὐκ ἐστίν αὐτοῦ δοῦναι, οὔτε αὐτοῦ, οὔτε τοῦ Πατρός. Εἰ γάρ αὐτοῦ ἥν, καί τοῦ Πατρός ἥν? εἰ τοῦ Πατρός ἥν, καί αὐτό ἥν»
[9]. Οἱ διαπυστώσεις αὐτές προκάλεσαν τρομακτική ἔνταση καί ἔξαψη. Τίς χρησιμοποίησε γιά νά τονισθεῖ ἡ βιβλική ἀλήθεια γιά τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ κατάκτηση τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ ἀνήκει πρώτιστα στήν στάση τοῦ ἀνθρώπου «τῶν ἀγωνιζομένων λαβεῖν, διά πλειόνος τῆς σπουδῆς, διά μείζοντος τῆς προθυμίας»[10].

Τό κέντρο βάρος τῶν ἐσχάτων δέν ἀνήκουν στό μέλλον, οὔτε στόν δικαστή Θεό. Ὁ Ἰησοῦς χρησιμοποίησε τήν ἔκφραση «οὐκ ἐστιν ἐμόν δοῦναι»ὄχι νά μειώσει τήν δική του οὐσία ἀλλά νά τονίσει τόν ἀνθρώπινο παράγοντα καί τήν ἰδιαίτερη σημασία τοῦ ἑκάστοτε ἱστορικοῦ παρόντος.

Ἡ θεολογική σκέψη τοῦ Χρυσοστόμου εἶναι ἀπόλυτη. Ἄν ἡ θέση τῶν ἀνθρώπων στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἑξαιροῦνται ἀπό τόν Ἰησοῦ, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά σῴζονταν. Ἄν ἐξαρτώνταν ἀπό Αὐτόν μόνο δέν θά ὑπῆρχαν οὔτε διαβαθμήσεις στήν βασιλεία τοῦ Θεούς, οὔτε διαφορετικές θέσει στήν μέλουσα ζωή, διότι ὁ Χριστός δημιούργησε ὅλους τους ἀνθρώπους καί φρόντιζε γιά ὅλους μέ τόν ἴδιο τρόπο»

Στόν Χρυσόστομο ἡ ἐνασχόληση γιά τά ἔσχατα χάνει ἀπόλυτα κάθε φαντασίωση καί ἀποκλείει κάθε φυγή ἀπό τήν πραγματικότητα καί τήν Ἱστορία τῆς προσδοκόμεμης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἀγωνοθέτης Θεός καί ὁ ὑπεύθυνος ἄνθρωπος εἶναι οἱ πρωταγωνιστές τῆς μέλλουσας κρίσης γιά τόν Χρυσόστομο.




[1] Ἅ΄ Κόρ. 16,22
[2] Φιλιπ. 4,5
[3] Ἅ΄ Θέσσ. 4, 13-5
[4] Α' Κορ. 15α-15β
[5] Μάτθ. 20,23
[6] «τήν μέν γάρ βαριλείαν ἀνθρώποις ἠτοίμασε, τήν δέν γένισηι οὐκ ἀνθρώποις φησίν, ἀλλά οἱ διαβόλω καί τοῦ ἀγγέλοις τοίς ἐκεῖ νοῦ πρασκεύαστη»
[7] Ἰωάν. 5,22
[8] Τό δέ «ἔδωκεν», ἐνταύθα μή ἀνθρωπίνως ἀκοῦστε ἀγαπητέ οὐ γάρ οὐ ἔχοντι ἔδωκεν, οὐδέ ἀταλή ἐγέννησεν οὐδέ ὕστερον αὐτῶ προσεγένετο, ἀλλά τό "ἔδωκεν" τοιοῦτον ἐστί, τοιοῦτον ἐγέννησε, τέλειον, ἀπηρτισμένον».
[9] Λέγω γάρ ἀλλά μή θορυβεῖσθε πρός τά λεγόμενα, μηδέ ταράζεσθε –οὐ μόνον γάρ τοῦ Υἱοῦ φημί μή εἶναι, ἀλλ’ οὐδέ τοῦ Πατρός καί μεγάλη ταῦτα βοῶ τή φωνή καί σάλπιγγος λαμπρότερον ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτοῦ δοῦναι...»
[10] Χρυσοστόμου, κατά Ἀνομαίων Λόγος VIII, 360, Schr 396 σ.198


* Δημοσιεύθηκε στο αφιέρωμα «Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ» του 4ου τεύχους του Περιοδικού "ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου