Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«ΝΑ ΖΗ ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ»

Ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ. Χρυσοστόμου, κατά την Θεία Λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου
Κυριακή των Βαΐων 24 Απριλίου 2016



Θα περίμενε κανείς από ένα Ιεράρχη να ξεκινήση σήμερα το κήρυγμα με κάποιο χωρίο από την Αγία Γραφή η τους Πατέρας της Εκκλησίας.
 Αλλά δεν θα πράξωμεν αυτό. Ίσως κάποιοι απορήσουν. Όμως, όταν τα γεγονότα βοούν και οι τόποι μαρτυρούν,  όταν πατάμε την γη με τα λουλούδια τα ποτισμένα με αίμα και ατενίζομε την λιμνοθάλασσα των καϋμών και  των πόθων, τότε ακολουθούντες τον βηματισμό της Ιστορίας, τις αέναες φωνές από το παρελθόν και τα παθήματα των ανθρώπων του χρέους και της θυσίας, πράττομεν, κατά την οικονομίαν και την επιταγήν της ημέρας, έναντι του παρελθόντος και όχι μόνο, αλλά του παρόντος και του μέλλοντος.
Έτσι λοιπόν θελγόμεθα από την ποιητική μούσα που υμνεί με τον δικό της, μοναδικό, συγκλονιστικό τρόπο και το συγκινητικό της μέλος αυτή τη γη και τους ηρωές της και την παρακολουθούμε με δέος.
 « Άκου ψυχή μου...
 Και πάει ψυχή μου ο Δεσπότης ο Ιωσήφ μπροστά και ακολουθούν όσες ψυχές τις ζέστανε το μπαρούτι.
 Εκεί στον ανεμόμυλο κοίτα ψυχή μου κοκκίνισαν τα νερά της λιμνοθάλασσας.
 Πως σκάφτηκαν τα ταμπούρια και τα σπλάχνα!
 Πως κοινώνησαν μάνες και παιδιά, αδέρφια και γονείς κι ανδρόγυνα!
 Και καταφιλήθηκαν κλαμμένα και χωρίστηκαν και φύγανε.
 Ναι, μωρέ φύγανε.
 Και πάνε κι έρχονται κάθε Κυριακή των Βαγιών.
 Κι αχνοδιαβαίνουν στα βούρλα και στις καλαμιές της πικραμένης λιμνοθάλασσας...».
Ναι και χθες το βράδυ, αγαπητοί, καθώς σιωπηλοί, κρατώντας τα κεριά στα χέρια μας και τις μνήμες στην καρδιά μας βαδίζαμε, στον τόπο της δόξας στον ολόφωτο κήπο των ηρώων, βλέπαμε με της ψυχής τα μάτια, γυναίκες και παιδιά και αγωνιστές, με της τιμής τα όπλα, να προχωράνε για την έξοδο από τούτη την ένδοξη γη, για να εισέλθουν  στην μεγάλη πόλη που είναι αθάνατη και αιώνια και να τους υποδέχονται οι άγγελοι κρατώντας στεφάνια, πλεγμένα με της νίκης τα βαΐα και της θυσίας τις δάφνες ψάλλοντες ωδήν παναρμόνια. «Οι την οδόν την στενήν βαδίσαντες, τεθλιμμένην πάντες οι εν βίω οι τον σταυρόν, ως ζυγόν αράμενοι, και εμοί ακολουθήσαντες εν πίστει, δεύτε απολαύετε, α ητοίμασα υμίν βραβεία, και στέφη τα ουράνια».
 Χθες το βράδυ με τα ώτα της ψυχής ακούσαμε τον ηρωϊκο Καψάλη να υψώνη την φωνή του, που διέσχισε τα σπλάχνα του κόσμου, ως βροντή υδάτων πολλών και σάλπισμα εγερτήριο.
 «...Μνήσθητι μου Κύριε, όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου». Πήρε μαζί αυτός ο αχός στον ουρανό και τα μακάρια πνεύματα των Μεσολογγιτών που έγραψαν της δόξης την βίβλο, εκείνη την νύχτα των Βαγιών του 1826 για να μελετούν οι γενεές των γενεών, έως της συντελείας του αιώνος.
 Παρέκει, φαινόταν ολόφωτος ο Ιωσήφ, ο ηρωϊκός Επίσκοπος των Ρωγών, μέσα σε φως άκτιστο λουσμένος, να φτερουγίζη μαζί με τα  λογικά πρόβατα στην άνω Ιερουσαλήμ, «ένθα ήχος καθαρός εορταζόντων και βοώντων απαύστως το Κύριε δόξα σοι», ενώ ο ποιητής κάπου κοντά χρονικά και τοπικά αφήνη την ιδική του ιερά μαρτυρία, με λόγο που ελέγχει όλους όσοι ηθέλησαν να ασεβήσουν στην ιστορία μας και να παραχαράξουν την κοφτερή υπέρ πάσαν μάχαιραν αλήθειά της. 
«Το Μεσολόγγι το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του και φλογερό  μετέωρο πετά στον ουρανό του...».
 Πέρασαν πολλά χρόνια από εκείνη την Κυριακή των Βαΐων και  το Μεσολόγγι το χαιρετά και θα το χαιρετά στον αιώνα τον άπαντα η ευγνωμοσύνη του Έθνους. Η συμβολή του στον μεγάλο της Πατρίδος αγώνα ήταν τόση και τέτοια που τον έκρινε αυτόν τον αγώνα, ως θα υποστηρίξη ο Μαλακάσης. (Σπυρ. Μαλακάση: « Μεσολόγγι» Ελλ. Δημιουργία, Αθήνα, 953, τ. 125, σ.490).
Αυτή η μικρή τότε πόλη, που τόσο μεγάλη και ένδοξη και  φωτεινή κατέστη στο παγκόσμιο στερέωμα, όταν ήλθε η μεγάλη της ώρα, έδωσε εξετάσεις γραμμένες με αίμα και έλαβε το αριστείο της τιμής των Πανελλήνων. Αυτή η πόλη έλαβε το πάγχρυσο στεφάνι της δόξας της Εξόδου, της ηρωϊκής εκείνης πράξεως των Ελεύθερων Πολιορκημένων, ώστε να πη ο Σπυρίδων Τρικούπης στο λόγο του στις 8 Μαΐου 1829.
«Ω πόλις του Μεσολογγίου! Πόλις βασίλισσα της Ελλάδος. Πόλις  δια την οποίαν  πολλά ελαλήθη και μεγάλα. Τριών χρόνων ζοφερά νέφη  έπεσαν κατεπάνω σου. Εφάνης ότι κατέβης εις τον Άδην, δια να μη ανέβης εκείθεν πλέον, αλλ’ η χειρ του Κυρίου σε ενεψύχωσε. Φως σήμερον σε περικυκλώνει όλην. Ουράνια δόξα ανατέλει επάνω σου. Στέφανος κάθηται εις την κεφαλήν σου...»
 Το Μεσολλόγι είναι ηρωϊσμός και θυσιαστική προσφορά στον ιερό βωμό της Ελλάδος. Είναι ανθός και ποίημα.
 «Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση. Τα σπλάχνα μου κι θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν
κι όσ’ άνθη θρέφει και καρπούς τοσ’ άρματα σε κλειούνε...»
 Το Μεσολόγγι είναι φως και αστραπή και φέγγος. Είναι λάμψη που διαπερνά τον αέρα και καταλάμπει τον εσκοτισμένο κόσμο της Ευρώπης και όλης της υφηλίου, δίδοντας το νόημα της ζωής και της ουσιαστικής υπάρξεως.
 Είναι φέγγος ιδιαίτερα σήμερα σε μια Ευρώπη που έχει χάσει την ταυτότητά της και δεν έχει να προσμένη τίποτε, ούτε θεσμικά, ούτε πολιτικά, ούτε πολιτιστικά.
 Σε μια Ευρώπη που αρνήθηκε τις χριστιανικές της ρίζες και ως εκ τούτου την σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
 Το Μεσολόγγι είναι μύρο ευώδες σε πολύτιμο αλάβαστρο, που ανακατεμένο με την μυρωδιά της ανοιξιάτικης αύρας και πασχαλιάς κάνει τον κόσμο να μοσχομυρίζη και να ομορφαίνη.
 «Και η φύση βρίσκει την καλή και την γλυκειά την ώρα. Και μες τη σκια που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσκους.
 Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
 χύνονται μες την άβυσσο την μοσχοβολησμένη».
 Το Μεσολόγγι είναι ένα πύρινο άνθος, ένας πύρινος μαγνήτης που τράβηξε κοντά του, τον Λόρδο Μπάϊρον και άλλους Φιλέλληνες.
 Το Μεσολόγγι είναι ο αγέρωχος κι ολόρθος πύργος που επανέλαβε μπροστά στις ορδές του απολίτιστου Ασιάτη και βαρβάρου κατακτητή,  την δίλεξη διαχρονική Ελληνική, απάντηση « Μολών λαβέ».
 «Κάστρα πολλά πολέμησαν και δώσαν τα κλειδιά τους.
 Το Μεσολόγγι το κακό, το Μεσολόγγι τ’άξιο,
  δεν παραδίδει τα κλειδιά, Τούρκο δεν προσκυνάει...»
 Ανηφορίζει τον δικό του Γολγοθά «Όλου του κόσμου τα δεινά εν μέσω των αγώνων, την πόλη νέμονται: λιμός, γυμνότης, νόσημα, θυμός.
 Ο φόβος, λείπει, μόνον».
 (Γ. Ζαλοκώστα « Η τελευταία νυξ του Μεσολογγίου»», Ελλ. Δημιουργία, τ.125, σ.459.)
 Το Μεσολόγγι είναι η Ελλάδα.
 Το Μεσολόγγι είναι η βρυσομάνα του πνεύματος.
 Είναι η ρίζα της αντίστασης εναντίον κάθε μορφής σκλαβιάς.
 Είναι η υπέρβαση των φθαρτών και γηΐνων.
 Είναι η νίκη της ζωής εναντίον του θανάτου.
 Είναι το ξεπέρασμα της πείνας και της δίψας.
 Είναι η φωνή που ξυπνάει τα αίματα των σημερινών Ελλήνων για να σταθούν στα πόδια τους, παρά τις πολλές δυσκολίες  και τον φοβερό πόλεμο για να αλωθή η ψυχή του Γένους μας.
 Το Μεσολόγγι είναι η φωνή της Ελλάδος στα σημερινά παιδιά της.
 «Πεινάς! Ο κόσμος το’ μαθε και όμως τα παιδιά πεθαίνουν...πεινασμένα.
 Όμως άκου...άκου τι λένε, όσοι πέταξαν για τις ολόφωτες χώρες της αιωνίου ζωής και μακαριότητος, εκείνη την ημέρα την αγιασμένη.
 «Στο Μεσολόγγι έφαγαν μπαρούτι για ψωμί, αλλά δεν δώσαν τα κλειδιά... δεν παραδώσαν την τιμή...»
 Μεσολόγγι τόπος θεοβάδιστος. Μεσολόγγι του Γένους μας Κεφαλόβρυσο. Αυλάκι από αίμα μαρτύρων. Πόλη δέος και ρίγος και χρέος. Πόλη δίδαγμα και δόξα. Τόπος δυσθεώρητος για το μεγαλείο της αυτοθυσίας. Γι’ αυτό λέγει ο Γάλλος ιστορικός Φάμπρ: «Η άμυνα και η έξοδος του Μεσολογγίου είναι το ωραιότερο παράδειγμα, που ο πατριωτισμός και το θάρρος προσέφεραν ποτέ στην οικουμένη».
 Αγαπητοί μου,
 Το Μεσολόγγι την Κυριακή των Βαΐων του 1826 πέταξε στα ύψη του ουρανού, μέσα από μια συγκλονιστική, κοσμογονική ιερά έκρηξη. Από το ύψος αυτό « κρατά τον ηλιο τον νιοβάπτιστο που στάζει από του ουρανού την κολυμβήθρα» ( Γιάννη Ρίτσου: Η κυρά των αμπελιών, ΧΧΙ).
 Από το ύψος αυτό κρατά την δόξα, την τιμή, την αρετή, τον αγωνιστικό πατριωτισμό, την προσήλωσή του στο πολυτιμότερο δώρο του Θεού, την ελευθερία.
 « Δόξα, χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι».
(Διον. Σολωμού Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)
Σε τούτο τον τόπο, αδελφοί, στο Μεσολόγγι, στην Ελλάδα και τότε, και τώρα και πάντοτε, για όσους αγαπούν την γη, τον ουρανό και την θάλασσα της χιλιοδοξασμένης μας Πατρίδος:
 « Μάγεμα η φύση κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
 η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.
  Μέ χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει,
  ὃποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει».
  Σ’ αυτήν την Ιερά Πόλη που ανασαίνει σήμερα, αλλά και πάντα η Ελλάδα, επαναλαμβάνομε το λόγο του Σεφέρη:
 « Για μας τους Ρωμηούς, για μας τους Έλληνες αυτός ο πόλεμος ήταν ιερός.
 Για μας είναι άλλο πράγμα ο πόλεμος, για την πίστη του Χριστού και την ψυχή του ανθρώπου, καθισμένη στα γόνατα,  της Υπερμάχου Στρατηγού, που είχε στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμηοσύνης».
 Αδελφοί μου, ας κρατήσωμε τις μνήμες αυτές και ας παραδώσωμε την αλήθεια στα παιδιά μας, μαζί με την αιματωμένη σκυτάλη των αγώνων που παρελάβαμε από τα αιματοβαμμένα και αγιασμένα των μαρτύρων μας χέρια.
 Ας κρατήσωμε ψηλά το κεφάλι και την περηφάνεια των Ρωμηών, αν θέλωμε να έχωμε συνέχεια στο μέλλον.
 Αν πεθάνουν οι μνήμες και τα οράματα, τότε θα έχωμε πεθάνει και μεις, έστω και αν αναπνέωμε ακόμα.
 Ας κρατήσωμε τις μνήμες των ηρώων νωπές, των ηρώων
«που τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες
 και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά,
 κλέφτες και απελάτες και προδότες.
 Τους μισούν (αυτούς τους ηρωες) οι αφεντάδες και όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλλικάρια,
 κι είναι μες στους κοιμισμένους οι  στρατιώτες».
 Αυτοί οι ηρωες, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, Κληρικοί και Λαϊκοί, ήταν όλοι τους αντρειωμένοι και
 «του αντρειωμένου ο θάνατος ποτέ δεν πάει χαμένος, του αντρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη».
 Χθες το βράδυ ακούστηκε στο τείχος της ιεράς και ενδόξου Πόλεως, ποιητικά η φωνή του Καψάλη. Την επαναλαμβάνομε λυτρωτικά για όλους μας.
 «Λοιπόν το σπαθί...
  Ελευθερία η θάνατος ένδοξος.
 Αν χάσω πατρίδα τι θέλω να ζήσω!
 Ως μόνην ελπίδα κρατώ τον δαυλό.
 Από του τεμένους το πυρ θα ποντίσω,
 προς δόξαν του γένους
 θυσίαν τελών».
Να ζη το Μεσολόγγι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου